Στο ραντάρ των φορολογικών αρχών της ΕΕ τα κρυπτονομίσματα, τι σχεδιάζει η ΑΑΔΕ

Τα κεφάλαια που μέχρι σήμερα κινούνταν στη «γκρίζα ζώνη» της ψηφιακής οικονομίας παύουν σταδιακά να είναι αόρατα για τις εφορίες

Bitcoin © Unsplash

Στο μικροσκόπιο των φορολογικών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπαίνουν πλέον τα κρυπτονομίσματα, καθώς εντείνεται η προσπάθεια περιορισμού της φοροδιαφυγής και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Μέσω της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών, τα κεφάλαια που μέχρι σήμερα κινούνταν στη «γκρίζα ζώνη» της ψηφιακής οικονομίας παύουν σταδιακά να είναι αόρατα για τις εφορίες.

Η ΑΑΔΕ διαβιβάζει στοιχεία συναλλαγών σε άλλες χώρες

Με την κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών, η ΑΑΔΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων για συναλλαγές και κατόχους κρυπτονομισμάτων στις φορολογικές αρχές των χωρών που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία.

Για την Ελλάδα, η πρώτη διαβίβαση δεδομένων αναμένεται να πραγματοποιηθεί το 2027, αφού προηγουμένως οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποστείλουν, υποχρεωτικά, αναλυτικά στοιχεία για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που κατέχουν ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.

Όπως επισημαίνουν στελέχη του οικονομικού επιτελείου, πρόκειται για το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς τον έλεγχο και τη μελλοντική φορολόγηση των κεφαλαίων που επενδύονται σε κρυπτονομίσματα. Μέσω των διασταυρώσεων, οι φορολογικές αρχές κάθε χώρας θα μπορούν να ελέγχουν εάν τα ποσά που επενδύθηκαν προέρχονται από δηλωμένα εισοδήματα.

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το αρχικό κεφάλαιο δεν καλύπτεται από νόμιμα και δηλωθέντα εισοδήματα, ο φορολογούμενος θα βρίσκεται αντιμέτωπος με κατηγορίες φοροδιαφυγής, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις θα ενεργοποιούνται και ποινικές διώξεις για ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Τι στοιχεία θα διαβιβάζονται

Το σχέδιο νόμου που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή προσδιορίζει αναλυτικά τις πληροφορίες που υποχρεούνται να αποστέλλουν οι πάροχοι, οι οποίες θα διαβιβάζονται στις φορολογικές αρχές των χωρών που έχουν υιοθετήσει τις σχετικές οδηγίες της Ε.Ε. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται:

  • Ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, φορολογική κατοικία, ΑΦΜ, ημερομηνία και τόπος γέννησης (για φυσικά πρόσωπα).
  • Επωνυμία, διεύθυνση και αριθμός αναγνώρισης του δηλούντος παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
  • Το είδος και η πλήρης ονομασία κάθε σχετικού κρυπτοστοιχείου.
  • Το συνολικό ακαθάριστο ποσό, ο αριθμός μονάδων και ο αριθμός συναλλαγών για αποκτήσεις και εκποιήσεις έναντι παραστατικού νομίσματος.
  • Η συνολική πραγματική εμπορική αξία και οι συναλλαγές έναντι άλλων κρυπτοστοιχείων.
  • Στοιχεία για πληρωμές λιανικής και μεταφορές, αναλυτικά ανά τύπο συναλλαγής, όπου αυτό είναι εφικτό.

Ως «κρυπτοστοιχείο» ορίζεται η ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που βασίζεται σε κρυπτογραφικά ασφαλές κατανεμημένο καθολικό ή παρόμοια τεχνολογία. Στα «σχετικά κρυπτοστοιχεία» δεν περιλαμβάνονται τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών ούτε συγκεκριμένα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος που πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις.

Δεν υπάρχει φορολογικό πλαίσιο φορολόγησης υπεραξίας

Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον των αρχών, φορολογικό πλαίσιο για τη φορολόγηση της υπεραξίας από κρυπτονομίσματα εξακολουθεί να μην υπάρχει. Αν και έχει συσταθεί εδώ και δύο χρόνια σχετική επιτροπή, δεν έχει ακόμη εκδοθεί επίσημη έκθεση.

Έτσι, παρότι αρκετοί επενδυτές δηλώνουν τα κέρδη τους στο Ε1, μετά από συστάσεις λογιστών, για την εφορία τα ποσά αυτά παραμένουν ουσιαστικά «αόρατα».

Το αποτέλεσμα είναι ότι τα κέρδη από κρυπτονομίσματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν επισήμως για αγορές μεγάλης αξίας μέσω του τραπεζικού συστήματος. Σε περίπτωση, για παράδειγμα, αγοράς ακινήτου, η φορολογική διοίκηση δεν αναγνωρίζει την προέλευση των χρημάτων, ενεργοποιώντας τα τεκμήρια.

Αν αυτά δεν καλύπτονται από άλλα δηλωμένα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος.

Στην πράξη, τα κέρδη από κρυπτονομίσματα μπορούν σήμερα να αξιοποιηθούν μόνο σε συναλλαγές που πραγματοποιούνται, κατά βάση, εκτός του επίσημου τραπεζικού συστήματος, μια στρέβλωση που οι αρχές επιχειρούν σταδιακά να περιορίσουν μέσω της διεθνούς ανταλλαγής πληροφοριών.