Στο τραπέζι η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, σβήνει ένας μνημονιακός φόρος 15 ετών

Διαπραγματεύσεις για κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, οι οποίες κάνουν διαχρονικά λόγο για αντικίνητρο για επενδύσεις

Εφορία © 123rf.com

Η κυβέρνηση ανοίγει τον φάκελο της οριστικής κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, βάζοντας στο τραπέζι μια παρέμβαση με ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα και χαμηλό δημοσιονομικό κόστος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς το προσεχές διάστημα, με το οικονομικό επιτελείο να εκτιμά ότι η επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό ανέρχεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ και το οποίο θα καλυφθεί από τα επιπλέον μόνιμα έσοδα από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε το 2011, στα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης, ως έκτακτο μέτρο ενίσχυσης των δημόσιων εσόδων. Ωστόσο, 15 χρόνια μετά εξακολουθεί να επιβαρύνει οριζόντια τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από την πραγματική οικονομική τους κατάσταση. Πρόκειται για έναν φόρο που δεν συνδέεται με την κερδοφορία ή τις ζημίες μιας εταιρείας, αλλά επιβάλλεται απλώς και μόνο λόγω της ύπαρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η επιχειρηματική κοινότητα ζητά διαχρονικά την πλήρη κατάργησή του, υποστηρίζοντας ότι λειτουργεί ως αντικίνητρο για επενδύσεις και ανάπτυξη. Παράγοντες της αγοράς τονίζουν ότι η άρση του τέλους θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και θα δημιουργήσει συνθήκες σταθερότερης και βιώσιμης ανάπτυξης για τις μικρές επιχειρήσεις

Ήδη, το τέλος επιτηδεύματος έχει καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες από το 2025, παραμένει όμως σε ισχύ για τις επιχειρήσεις, οι οποίες καταβάλλουν ετησίως ποσά από 800 έως 1.000 ευρώ, ανάλογα με την έδρα τους. Το ποσό αυξάνεται σε περίπτωση ύπαρξης υποκαταστημάτων.

Ειδικότερα:

  • 800 ευρώ για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα με έδρα σε τουριστικούς τόπους ή σε πόλεις και χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους.
  • 1.000 ευρώ για επιχειρήσεις με έδρα σε πόλεις άνω των 200.000 κατοίκων.
  • 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα που διατηρεί νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα.

Σήμερα, το συνολικό κόστος του μέτρου για τις επιχειρήσεις υπολογίζεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ ετησίως.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα οριζόντιο, σταθερό «τέλος επιτηδεύματος» όπως αυτό που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα δεν συναντάται σε καμία χώρα της Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα κράτη-μέλη ισχύουν άλλου τύπου επιβαρύνσεις, κυρίως τοπικοί ή λειτουργικοί φόροι, οι οποίοι όμως συνδέονται με οικονομικά μεγέθη, όπως τα κέρδη, ο κύκλος εργασιών ή η ακίνητη περιουσία, και όχι απλώς με την ύπαρξη της επιχείρησης.

Στη Γερμανία, για παράδειγμα, εφαρμόζεται ο δημοτικός φόρος επιχειρήσεων (Gewerbesteuer), ο οποίος υπολογίζεται με βάση τα κέρδη και όχι ως σταθερό ποσό, ενώ προβλέπεται και αφορολόγητο όριο για πολύ μικρές επιχειρήσεις. Στη Γαλλία επιβάλλεται τοπικός φόρος που συνδέεται με την επαγγελματική εγκατάσταση και την ακίνητη περιουσία, με κλιμακωτή προσαρμογή ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Στην Ιταλία ισχύει ο φόρος IRAP, ο οποίος επιβάλλεται επί της παραγωγικής δραστηριότητας και υπολογίζεται βάσει οικονομικών μεγεθών. Αντίστοιχα, σε χώρες όπως η Πορτογαλία και η Αυστρία εφαρμόζονται τοπικοί φόροι υπέρ των δήμων, οι οποίοι είναι αναλογικοί και όχι κατ’ αποκοπή.

Εκτός Ευρώπης, παρόμοιο πάγιο τέλος ίσχυε στο Βιετνάμ (Business Licence Fee), το οποίο όμως καταργήθηκε πλήρως τον Ιανουάριο του 2026.

Σημειώνεται ότι σήμερα από το τέλος επιτηδεύματος απαλλάσσονται οι επιχειρήσεις που αυξάνουν την απασχόληση. Συγκεκριμένα, απαλλάσσονται νομικά πρόσωπα που αυξάνουν κατά τουλάχιστον 3/12 τον μέσο αριθμό εργαζομένων πλήρους απασχόλησης σε ένα έτος σε σχέση με το προηγούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδά τους δεν υπερβαίνουν τα 2 εκατ. ευρώ για το φορολογικό έτος της εξαίρεσης.

Η επικείμενη κατάργηση για το σύνολο των επιχειρήσεων, εφόσον «κλειδώσει» στις διαβουλεύσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα σηματοδοτήσει το τέλος ενός μνημονιακού μέτρου που διατηρήθηκε πολύ πέραν του αρχικού του χαρακτήρα και θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις φορολογικής ελάφρυνσης της τελευταίας περιόδου.