Το «τι θα φορέσουμε» αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας, καθορίζοντας όχι μόνο την εμφάνισή μας αλλά και την ψυχολογία μας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η επιλογή των ρούχων επηρεάζει και το περιβάλλον που ζούμε. Ας όψεται το fast fashion, που ξεκίνησε ως ανάγκη για μια απάντηση στο ολοένα μεγαλύτερο κόστος ζωής και εξελίχθηκε σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια πλήρωσης των κενών του ανθρώπινου ψυχισμού. Με τις collections ρούχων να έχουν ξεφύγει προ πολλού από το δίπολο Fall – Spring και Summer – Winter, τα φθηνά ρούχα γεμίζουν τις ντουλάπες, με τον κύκλο ζωής τους να ολοκληρώνεται στις χωματερές (εγχώριες ή εξωτερικού αναλόγως της χώρας και των εξαγωγικών της δυνατοτήτων) με ενδιάμεση στάση είτε τον κάδο απορριμμάτων ή την αποθήκη των φιλανθρωπικών οργανώσεων, στις οποίες δωρίζονται.
Από το 2000 μέχρι σήμερα η παγκόσμια παραγωγή ρούχων έχει αυξηθεί κατά 60% -ρούχα που κρατάμε τον μισό (αν όχι λιγότερο) χρόνο σε σχέση με το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Με την ανακύκλωση στο επίκεντρο το «πού πάνε τα παλιά ρούχα», είναι ένα ερώτημα που δεν απασχολεί μόνο την Ελλάδα αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Σε ανάλυσή της η FAZ εστιάζει στο γεγονός ότι το σύστημα συλλογής και αξιοποίησης μεταχειρισμένων ρούχων στη Γερμανία βρίσκεται σε βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο πλήρους κατάρρευσης.
Οι κάδοι συλλογής μεταχειρισμένων ρούχων γεμίζουν με ενδύματα, ακατάλληλα προς επεξεργασία για αφαίρεση ανακυκλώσιμων υλικών: Πολλά υφάσματα είναι κακής ποιότητας, με μη επαναχρησιμοποιούμενα υλικά. Η γρήγορη μόδα έφερε τη ραγδαία υποβάθμιση της ποιότητας των ρούχων, την ώρα που παρατηρείται σοβαρό πρόβλημα με τις αγορές διάθεσης και ανακύκλωσης. Το τελευταίο, εκτός από περιβαλλοντική, έχει και σημαντική κοινωνική διάσταση. Η πανδημία κορονοϊού, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στον υπόλοιπο πλανήτη διέκοψαν τις εξαγωγικές ροές, στερώντας βασικά έσοδα που χρηματοδοτούν κοινωνικές και εθελοντικές δράσεις φορέων, όπως ο Γερμανικός Ερυθρός Σταυρός, στον οποίο κάθε χρόνο δωρίζονται τεράστιες ποσότητες μεταχειρισμένων ρούχων.
Στην εξίσωση μπαίνει και η σταδιακή στροφή χωρών της Αφρικής από την υφιστάμενη πολιτική υποδοχής μεταχειρισμένων ρούχων. Την προηγούμενη δεκαετία οι εικόνες από την Γκάνα με τους λόφους από «obroni wawu» (σ.σ. «τα ρούχα νεκρού λευκού άνδρα») έκαναν συνεχώς τον γύρο του διαδικτύου, στο πλαίσιο ευαισθητοποίησης για τις επιπτώσεις του fast fashion στο περιβάλλον. Ευρώπη και ΗΠΑ, ωθούμενες από το motto NIMBYs (σ.σ. Not in My Back Yard) έστειλαν στην Γκάνα και σε άλλες χώρες της «Μαύρης Ηπείρου» καραβιές με παλιά ρούχα, ακατάλληλα προς ανακύκλωση. Μόνο στην πρωτεύουσα της Γκάνας, Άκρα, περίπου 15 εκατ. μεταχειρισμένα ενδύματα συνεχίζουν να φθάνουν κάθε εβδομάδα από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία. Περιβαλλοντολόγοι δίνουν σε αυτά τα συνθετικά ρούχα, που κάνουν αιώνες για να αποσυντεθούν (και όταν αρχίσουν να διαλύονται, γεμίζουν το έδαφος και τη θάλασσα με μικροπλαστικά) την ίδια σημασία με τα πλαστικά μπουκάλια, καλώντας σε στροφή 180 μοιρών τους καταναλωτές.
Πονοκέφαλος το fast fashion στη Γερμανία
Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, η συλλογή μεταχειρισμένων ρούχων στη Γερμανία, ιδίως μέσω οργανώσεων πρόνοιας όπως ο Γερμανικός Ερυθρός Σταυρός (DRK), αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση τα τελευταία χρόνια. Η διαδικασία, η οποία παραδοσιακά στηρίζει φιλανθρωπικούς σκοπούς και προγράμματα εθελοντισμού, έχει υποστεί πλήγμα από πολλαπλούς παράγοντες. Στο ρεπορτάζ της η FAZ επισημαίνεται ότι οι εργαζόμενοι στα παραρτήματα του DRK, όπως ο Rainer Euring στο Μπαντ Χόμπουργκ, διαπιστώνουν καθημερινά την αύξηση της ρύπανσης στους κάδους, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο άχρηστα αντικείμενα αλλά και προσωπικά είδη, όπως φάρμακα, ακτινογραφίες ή ηλεκτρικές συσκευές. Η κατάσταση αυτή προκύπτει τόσο από τις αλλαγές στις συνήθειες των πολιτών, που εκμεταλλεύτηκαν την πανδημία κορονοϊού και το lockdown για να κάνουν ένα καλό ξεδιάλεγμα στο σπίτι τους, όσο και από παράνομους συλλέκτες πραγμάτων που αφήνουν ακατάλληλα αντικείμενα στους κάδους συλλογής ρούχων.
Παράγοντες με γνώση του θέματος υπογραμμίζουν ότι η πανδημία κορονοϊού λειτούργησε ως καταλύτης της υφιστάμενης κρίσης. Κατά τη διάρκεια των lockdowns, πολλά τοπικά παραρτήματα σταμάτησαν τη λειτουργία των κάδων τους, οδηγώντας σε υπερχειλίσεις και συσσώρευση απορριμμάτων. Παράλληλα, η διεθνής αγορά μεταχειρισμένων ρούχων υπέστη σοβαρή διαταραχή λόγω κλειστών συνόρων και προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω από τη ρωσική εισβολή. Η Ουκρανία αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους αγοραστές ευρωπαϊκών μεταχειρισμένων ρούχων. Σημειώνεται ότι οργανώσεις πρόνοιας, όπως το DRK, βασίζονται οικονομικά στην πώληση των μεταχειρισμένων ρούχων. Εξ ου και η κατάρρευση των εξαγωγών οδήγησε σε δραματική μείωση των εσόδων, απειλώντας την χρηματοδότηση εθελοντικών προγραμμάτων και εξοπλισμού σε συγκεκριμένες υγειονομικές υπηρεσίες.
- Διαβάστε ακόμη: Πώς να σταματήσετε να αγοράζετε πράγματα που δεν χρειάζεστε
Η νέα νομοθεσία για την κυκλική οικονομία στα ρούχα
Επιπλέον, η νέα νομοθεσία για τη χωριστή συλλογή υφασμάτων, που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2025 και βασίζεται στην οδηγία της ΕΕ για την κυκλική οικονομία, προσθέτει περαιτέρω πίεση στα παραρτήματα. Τα καθαρά και καλοδιατηρημένα ρούχα, καθώς και παπούτσια, σεντόνια, πετσέτες και κουρτίνες, πρέπει να τοποθετούνται πλέον στους κάδους μεταχειρισμένων, ενώ τα κατεστραμμένα ή βρόμικα ρούχα πρέπει να απορρίπτονται στα οικιακά απορρίμματα. Η νέα υποχρέωση, αν και θετική για την προστασία του περιβάλλοντος, αυξάνει τα περιστατικά υπερχειλίσεων, που οι οργανώσεις πρέπει να διαχειριστούν, δημιουργώντας επιπλέον κόστος και δυσκολίες.
Την ίδια στιγμή η παραγωγή φθηνών, βραχύβιων ρούχων μειώνει σημαντικά την ποιότητα των μεταχειρισμένων υφασμάτων, καθώς τα περισσότερα δεν μπορούν πλέον να πωληθούν ή να ανακυκλωθούν. Η υψηλή περιεκτικότητα σε συνθετικές ίνες και οι αδύναμες ραφές καθιστούν τα προϊόντα αυτά σχεδόν «απόβλητα», οδηγώντας σε ανάγκη καύσης μεγάλων ποσοτήτων υφασμάτων. Παράλληλα, οι διεθνείς εμπορικές ροές επηρεάζονται από τον «Νέο Δρόμο του Μεταξιού», αυξάνοντας έτσι τον ανταγωνισμό για τις αφρικανικές αγορές, όπου φτάνουν φθηνά ρούχα απευθείας από την Κίνα.

Βουνό από μεταχειρισμένα ρούχα © EPA/AILEN DIAZ
Η FAZ υπογραμμίζει ότι η κρίση πλήττει ολόκληρο τον κλάδο των παλαιών υφασμάτων στη Γερμανία. Ήδη, δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες ανακύκλωσης, η SOEX και η Texaid, κήρυξαν πτώχευση μέσα σε 12 μήνες. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, ο Ομοσπονδιακός Σύνδεσμος Δευτερογενών Πρώτων Υλών και Απόρριψης (BVSE) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάρρευση του συστήματος ανακύκλωσης ρούχων, επισημαίνοντας τις καταστροφικές συνέπειες για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον. Αχτίδα ελπίδας, σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα, η εφαρμογή της ευθύνης του παραγωγού (EPR) για τα υφάσματα το 2027/2028, που αναμένεται να ανακουφίσει μερικώς την κατάσταση.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν περιβαλλοντικές οργανώσεις, απαιτούνται άμεσα κρατικά μέτρα και μεταβατικές ενισχύσεις για να σταθεροποιηθεί ο κλάδος. Κομβική είναι, τέλος, και η μεγαλύτερη και καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών, με στοχευμένες καμπάνιες, σχετικά με το τι επιτρέπεται να τοποθετείται στους κάδους μεταχειρισμένων ρούχων. Η κακή ποιότητα των υφασμάτων και η αυξημένη ρύπανση απαιτούν συντονισμένες λύσεις μεταξύ δημόσιου τομέα, οργανώσεων πρόνοιας και δημοτικών παρόχων, ώστε να διατηρηθεί το σύστημα στη Γερμανία, που αποτελεί ευρωπαϊκό πρότυπο και υποστηρίζει την κοινωνική προστασία σε έκτακτες ανάγκες, όπως η υποδοχή προσφύγων ή η διαχείριση άλλων κρίσεων.