Η αδράνεια απέναντι στην κλιματική αλλαγή απειλεί άμεσα την κερδοφορία της παγκόσμιας βιομηχανίας μόδας. Σύμφωνα με έκθεση του Apparel Impact Institute (AII), την οποία επικαλείται το Bloomberg, τα κέρδη του κλάδου θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 34% έως το 2030, εάν οι εταιρείες δεν προχωρήσουν γρήγορα σε περιορισμό του κλιματικού τους αποτυπώματος.
Η μελέτη καταγράφει μετρήσιμες οικονομικές επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη, οι οποίες, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του AII, Λιούις Πέρκινς, καθιστούν πλέον το επιχείρημα υπέρ της κλιματικής δράσης δύσκολο να αγνοηθεί από τα ανώτατα στελέχη. Το κόστος της αδράνειας, τονίζει, δεν αφορά το μακρινό μέλλον αλλά επιβαρύνει ήδη τις επιχειρήσεις μέσω αυξημένων λειτουργικών εξόδων και διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η έκθεση εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες που αναμένεται να ασκήσουν τη μεγαλύτερη πίεση στα εταιρικά κέρδη μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια: την αύξηση των τιμών του άνθρακα, το υψηλότερο κόστος πρώτων υλών και την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα τα περιθώρια κέρδους και απειλούν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των εταιρειών, εάν δεν ενσωματωθούν στον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό και στις επενδυτικές αποφάσεις.
Όπως σημειώνει το AII, η μεταβλητότητα στις αγορές άνθρακα, ενέργειας και υλικών δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό κίνδυνο. Αντίθετα, διαμορφώνει τις τιμές των προμηθευτών και τα λειτουργικά κόστη σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας της ένδυσης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της έκθεσης, η κλιματική αδράνεια θα μπορούσε να μειώσει τα λειτουργικά περιθώρια των εταιρειών κατά περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες έως το τέλος της δεκαετίας, οδηγώντας σε συνολική πτώση κερδών της τάξης του 34%.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι επιπτώσεις εμφανίζονται ακόμη σοβαρότερες. Αν οι υφιστάμενες τάσεις συνεχιστούν, έως και το 70% της συνολικής αξίας της παγκόσμιας βιομηχανίας μόδας, η οποία εκτιμάται σε περίπου 1,8 τρισ. δολάρια, θα μπορούσε να χαθεί μέχρι το 2040.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο αυξανόμενο βάρος της τιμολόγησης του άνθρακα, καθώς κυβερνήσεις και ρυθμιστικές αρχές εντείνουν τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών. Η έκθεση επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Carbon Border Adjustment Mechanism), ο οποίος λειτουργεί ως έμμεσος φόρος άνθρακα σε συγκεκριμένα προϊόντα και υλικά που εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Για τις εταιρείες μόδας με παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού, το μέτρο αυτό συνεπάγεται πρόσθετο κόστος και αυξημένη πολυπλοκότητα στη διαχείριση προμηθειών.
Ένα από τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύει η έκθεση αφορά τις εκπομπές Scope 3, δηλαδή τις έμμεσες εκπομπές που προκύπτουν σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Σύμφωνα με την Κριστίνα Έλιντερ Λίλιας, ανώτερη διευθύντρια βιώσιμης χρηματοδότησης του AII, το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών της βιομηχανίας της μόδας εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, γεγονός που σημαίνει ότι οι σημαντικότερες δυνατότητες μείωσης βρίσκονται εκτός των άμεσων δραστηριοτήτων των ίδιων των brands.
Ωστόσο, η αντιμετώπιση των εκπομπών Scope 3 παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Οι εταιρείες μόδας δεν ελέγχουν άμεσα τους προμηθευτές τους, ενώ συχνά μοιράζονται τα ίδια εργοστάσια με ανταγωνιστές τους. Αυτό περιορίζει την ικανότητά τους να επιβάλουν επενδύσεις σε καθαρότερες τεχνολογίες, ενώ πολλές πρωτοβουλίες καθυστερούν λόγω της απροθυμίας των brands να επωμιστούν το σχετικό κόστος.
Το Apparel Impact Institute επισημαίνει ότι πολλές εταιρείες δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για να προχωρήσουν μόνες τους στην αποανθρακοποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού. Για τον λόγο αυτό, προτείνει μοντέλα συν-επένδυσης με τους προμηθευτές, καθώς και την αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως τα δάνεια συνδεδεμένα με στόχους βιωσιμότητας. Παράλληλα, καλεί τα οικονομικά στελέχη να ενσωματώνουν το κλιματικό ρίσκο και τα σχετικά κόστη στους προϋπολογισμούς και στα επενδυτικά τους σχέδια.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ούλρικα Λέβερετς, επικεφαλής πράσινων επενδύσεων του ομίλου H&M, δηλώνει ότι η ουσιαστική πρόοδος προϋποθέτει συνεργασία σε όλο το εύρος της εφοδιαστικής αλυσίδας και επιτάχυνση της αποανθρακοποίησής της.
Την εικόνα συμπληρώνουν ευρήματα άλλης μελέτης, της World Benchmarking Alliance, σύμφωνα με την οποία η ανακατεύθυνση μεγαλύτερου μέρους των υφιστάμενων επενδυτικών δαπανών προς χαμηλών εκπομπών έργα θα μπορούσε να απελευθερώσει έως και 1,3 τρισ. δολάρια για την ενεργειακή μετάβαση. Παρά ταύτα, η ανάλυση περίπου 1.600 εταιρειών παγκοσμίως δείχνει ότι, κατά μέσο όρο, μόλις το 7% των επενδυτικών δαπανών κατευθύνεται σήμερα σε τέτοιες επενδύσεις.
Ακόμη και όταν τα κεφάλαια υπάρχουν, η κινητοποίηση των οικονομικών διευθυντών παραμένει πρόκληση. Όπως τονίζει η Λίλιας, η κλιματική δράση πρέπει να παρουσιαστεί με όρους καθαρού επιχειρηματικού οφέλους, καθώς τα οικονομικά στελέχη λογοδοτούν στα διοικητικά συμβούλια και στους μετόχους. Χωρίς ένα σαφές business case, οι επενδύσεις καθυστερούν, παρά το αυξανόμενο οικονομικό ρίσκο της αδράνειας.