Η φράση «Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς χρυσό, όχι χωρίς νερό» συμπυκνώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο Ισημερινός: ανάπτυξη μέσω της εξόρυξης ή προστασία των φυσικών πόρων και κυρίως του νερού; Στην καρδιά αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται η επαρχία Αζουάι και το ορεινό οικοσύστημα του Κιμσακότσα, μια περιοχή όπου ευδοκιμούν το διάσημο οικοσύστημα των paramos, που λειτουργεί ως φυσικό «σφουγγάρι», συγκρατώντας και διοχετεύοντας νερό προς τις γύρω κοινότητες και την πόλη της Κουένκα.
Κεντρική μορφή του αγώνα είναι η ακτιβίστρια Μίριαμ Κεσάδα, πρόεδρος δικτύου αυτόνομης διαχείρισης νερού. Εδώ και 25 χρόνια αγωνίζεται ενάντια στην εγκατάσταση μεταλλευτικών εταιρειών στο βουνό, θεωρώντας ότι η εξόρυξη σε υψόμετρα άνω των 3.000 μέτρων θέτει σε άμεσο κίνδυνο τους υδάτινους πόρους και κατ’ επέκταση την ίδια την επιβίωση και την ευημερία των ντόπιων.
Όπως αναφέρει η ανταποκρίτρια της γαλλικής εφημερίδας «Le Monde», για τις τοπικές κοινότητες το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό αλλά υπαρξιακό: το νερό αποτελεί προϋπόθεση ζωής, γεωργίας, υγείας και πολιτιστικής ταυτότητας. Η Κουένκα, γνωστή και ως «πόλη των ποταμών», αντλεί την ταυτότητά της από την αφθονία και την καθαρότητα των υδάτων της.
Ανάπτυξη ή περιβάλλον, το μεγάλο δίλημμα στον Ισημερινό
Απέναντι σε αυτήν τη θέση, η κυβέρνηση του προέδρου Ντανιέλ Νομπόα επιδιώκει να ενισχύσει τον εξορυκτικό τομέα ως μοχλό οικονομικής ανάπτυξης. Η χώρα διαθέτει σημαντικά αποθέματα χρυσού, χαλκού, αργύρου και άλλων στρατηγικών ορυκτών, τα οποία είναι περιζήτητα σε μια εποχή ενεργειακής μετάβασης και ψηφιακής τεχνολογικής έκρηξης. Η ιλιγγιώδης άνοδος της τιμής του χρυσού και η αυξημένη παγκόσμια ζήτηση καθιστούν την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων ιδιαίτερα ελκυστική για ξένους επενδυτές. Ήδη, η εξορυκτική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στις εξαγωγές και στο ΑΕΠ της χώρας, ενώ η κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι τα έσοδα μπορούν να μειώσουν τη φτώχεια και να περιορίσουν την εξάρτηση από το πετρέλαιο.
Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται η καναδική εταιρεία Dundee Precious Metals (DPM), η οποία απέκτησε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης στο Κιμσακότσα. Το περασμένο καλοκαίρι, η κυβέρνηση χορήγησε περιβαλλοντική άδεια για την έναρξη της δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι σε τοπικό δημοψήφισμα το 2021 περίπου το 80% των ψηφοφόρων της Κουένκα είχε ταχθεί κατά της εξόρυξης στην περιοχή. Η απόφαση αυτή προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις: δεκάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους, ασκώντας πίεση που οδήγησε τελικά στην «ανάκληση» της άδειας. Ωστόσο, νομικοί και ακτιβιστές επισημαίνουν ότι η έννοια της απλής ανάκλησης ενδέχεται να μην επαρκεί νομικά, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγών και αποζημιώσεων εις βάρος του κράτους.
Η αντιπαράθεση δεν είναι μόνο πολιτική ή οικονομική, αλλά και θεσμική. Ο Ισημερινός υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε συνταγματικά τα δικαιώματα της Φύσης το 2008, θέτοντας ένα ισχυρό νομικό φραγμό απέναντι στην ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Σήμερα, όμως, η κυβέρνηση προωθεί συνταγματικές αλλαγές που θα μπορούσαν να ανοίξουν περισσότερο την οικονομία σε ξένες επενδύσεις. Παράλληλα, η συγχώνευση των υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας-Ορυχείων προκαλεί ανησυχίες για σύγκρουση συμφερόντων και αποδυνάμωση της περιβαλλοντικής εποπτείας.

Οικοσύστημα paramos © EPA/Oskar Burgos
Βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο της συζήτησης είναι η παράνομη εξόρυξη. Η εκτόξευση της τιμής του χρυσού έχει ενισχύσει τη δράση εγκληματικών οργανώσεων, οι οποίες εκμεταλλεύονται ανεξέλεγκτα περιοχές, αποψιλώνουν δάση και χρησιμοποιούν τοξικές ουσίες, όπως υδράργυρο και κυάνιο. Η κυβέρνηση προβάλλει ως επιχείρημα ότι η ενίσχυση της νόμιμης, βιομηχανικής εξόρυξης θα συμβάλει στην ανάκτηση του κρατικού ελέγχου και στη μείωση της εγκληματικότητας.
Ωστόσο, ερευνητές και περιβαλλοντολόγοι υποστηρίζουν ότι και η βιομηχανική εξόρυξη έχει τεράστιο οικολογικό αποτύπωμα: απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού, ενέργειας και γης, ενώ η απόδοση του χρυσού είναι εξαιρετικά χαμηλή -συχνά μόλις ένα γραμμάριο ανά τόνο εξορυσσόμενου υλικού. Αυτό σημαίνει τεράστιους όγκους αποβλήτων και μακροχρόνιους κινδύνους ρύπανσης.
Συνεπώς, το δίλημμα δεν περιορίζεται σε μια απλή αντιπαράθεση «ανάπτυξης εναντίον περιβάλλοντος». Αγγίζει βαθύτερα ερωτήματα για το ποιο μοντέλο ανάπτυξης επιθυμεί η κοινωνία. Ερώτημα στο οποίο έχουν ήδη κληθεί να δώσουν απάντηση τις προηγούμενες δεκαετίες χώρες της Αφρικής, όπως συνέβη χαρακτηριστικά στη Νιγηρία με τη φυλή των Ογκόνι και τις εξορύξεις της Shell στο Δέλτα του Νίγηρα πίσω στα 90’s.

«Το νερό δεν είναι προς διαπραγμάτευση», το μήνυμα των διαδηλωτών στον Ισημερινό © EPA/Jose Jacome
Η δύναμη της κοινωνικής πίεσης
Μπορεί μια χώρα να βασιστεί στην εξόρυξη για να επιτύχει βιώσιμη και δίκαιη πρόοδο; Ποιο είναι το πραγματικό κόστος όταν θυσιάζονται κρίσιμα οικοσυστήματα που εξασφαλίζουν νερό σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, όπως κινδυνεύει να συμβεί με τα paramos στον Ισημερινό; Και ποιος αποφασίζει τελικά: η κεντρική εξουσία, οι τοπικές κοινότητες ή οι διεθνείς αγορές;
Η περίπτωση του Κιμσακότσα αναδεικνύει τη σημασία της κοινωνικής συμμετοχής. Τα τοπικά δημοψηφίσματα, οι διαδηλώσεις και οι νομικές προσφυγές δείχνουν ότι οι πολίτες διεκδικούν ενεργό ρόλο στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους. Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση μπορεί να υποχωρήσει υπό την πίεση μαζικής κινητοποίησης αποδεικνύει τη δυναμική της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και τη ρευστότητα της κατάστασης.
Η σύγκρουση στον Ισημερινό αποτελεί μικρογραφία ενός παγκόσμιου προβλήματος: σε μια εποχή αυξανόμενης ζήτησης για ορυκτά, η ανθρωπότητα καλείται να επαναξιολογήσει τις προτεραιότητές της. Εφόσον το νερό είναι ζωή, τότε κάθε αναπτυξιακή στρατηγική οφείλει να το τοποθετεί στο επίκεντρο -όχι ως εμπόδιο, αλλά ως αδιαπραγμάτευτη βάση για ένα βιώσιμο μέλλον. Ωστόσο, τα συμφέροντα έρχονται και εδώ να προκαλέσουν έντονες αντιπαραθέσεις, την ώρα που οι τοπικές κοινωνίες στέλνουν το μήνυμα πως όσο αναγκαία κι αν είναι η ανάπτυξη μέσω εξορύξεων για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της βίας, δεν μπορεί αυτή να αγνοεί τα οικολογικά όρια.