ΑΠΕ: “Ζεστά” ξένα funds για την ελληνική αγορά, χορός εξαγορών και το 2026

«Στοχευμένο» ενδιαφέρον για τις ΑΠΕ. Στο ραντάρ αιολικά, μπαταρίες και φωτοβολταϊκά με μπαταρίες, είτε με όρους σύνδεσης είτε εν λειτουργία

Αιολική ενέργεια, Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας © Kervin Edward Lara/Pexels

Ενεργό, αλλά ταυτόχρονα «στοχευμένο», παραμένει το ενδιαφέρον ξένων επενδυτικών κεφαλαίων για την ελληνική αγορά Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, παρά τις προκλήσεις που αυτή αντιμετωπίζει πλέον. Αν και η κινητικότητα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις διαπραγματεύσεις για deals που γίνονταν μέχρι και πριν από λίγα χρόνια -όταν η εγχώρια αγορά αποτελούσε επενδυτικό «μαγνήτη»-, εντούτοις σημαντικοί επενδυτές συνεχίζουν να «σαρώνουν» τη χώρα, αναζητώντας ευκαιρίες.

Η συγκυρία είναι ιδιαίτερη και απαιτητική. Οι περικοπές στην παραγωγή από ΑΠΕ και η εμφάνιση μηδενικών ή αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά έχουν περιορίσει τα έσοδα των «πράσινων» έργων. Το γεγονός αυτό έχει επηρεάσει τις αποτιμήσεις και έχει δημιουργήσει πιέσεις κυρίως σε μικρούς και μεσαίους «παίκτες» του κλάδου, οι οποίοι εξετάζουν πλέον την έξοδό τους από την αγορά, όπως έχει γράψει το powergame.gr. Ωστόσο, για τα ξένα funds η ίδια αυτή κατάσταση «μεταφράζεται» σε δυνητικό εφαλτήριο για δραστηριοποίηση στην εγχώρια αγορά.

Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, τουλάχιστον έξι διεθνή επενδυτικά κεφάλαια βρίσκονται αυτήν την περίοδο σε αναζήτηση συμφωνιών. Το ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο σε μεμονωμένα έργα και όχι σε εξαγορές χαρτοφυλακίων ή ολόκληρων εταιρειών. Πρόκειται για μια στρατηγική που αποσκοπεί στο «χτίσιμο» ενός παραγωγικού δυναμικού, που θα είναι ανθεκτικό στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι «πράσινες» επενδύσεις στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη σχεδόν στην Ευρώπη.

Το προφίλ των υποψήφιων εξαγορών

Κομβικό κριτήριο αποτελεί η ωριμότητα των έργων. Τα funds επικεντρώνονται κυρίως σε μονάδες που είτε βρίσκονται ήδη σε λειτουργία είτε διαθέτουν εξασφαλισμένους όρους σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα. Αντίθετα, όχι για έργα που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης και για τα οποία εκκρεμούν οι αιτήσεις σύνδεσης προς τους Διαχειριστές, βρίσκονται εκτός του επενδυτικού ραντάρ. Κι αυτό γιατί η αβεβαιότητα σχετικά με τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού «χώρου» λειτουργεί αποτρεπτικά, ενισχύοντας τη στροφή προς πιο ασφαλείς επιλογές.

Σε επίπεδο τεχνολογιών, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε τρεις βασικούς άξονες: αιολικά πάρκα, έργα αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) και συνδυαστικά έργα φωτοβολταϊκών με αποθήκευση. Τα τελευταία, αν και αποτελούν ακόμη μία κατηγορία επενδύσεων που κανένας «εκπρόσωπός» της δεν έχει ακόμη λάβει όρους σύνδεσης στην Ελλάδα, αποτελούν αντικείμενο θεωρητικού ενδιαφέροντος, λόγω της στρατηγικής σημασίας της αποθήκευσης για τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.

Αντίθετα, τα «απλά» φωτοβολταϊκά έργα έχουν υποχωρήσει κατακόρυφα στις προτιμήσεις των επενδυτών. Επομένως, καθώς οι εισροές τους είναι πιο ευάλωτες στις περικοπές και τις μηδενικές-αρνητικές τιμές, ενώ επίσης δεν προτιμώνται από off-takers για σύναψη PPAs, εκτιμάται ότι δεν αποτελούν ελκυστικά assets.

Πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις

Οι συνθήκες αυτές έχουν επηρεάσει σημαντικά και τις διαπραγματεύσεις για εξαγορές. Τα funds λαμβάνουν υπόψη τον περιορισμό των εσόδων, ωστόσο αυτό δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Αντιθέτως, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο τα ίδια ως αγοραστές έχουν σαφές πλεονέκτημα.

Πολλοί υφιστάμενοι επενδυτές επιδιώκουν γρήγορη ρευστοποίηση, γεγονός που πιέζει τις τιμές προς τα κάτω και διευκολύνει την επίτευξη συμφωνιών σε ελκυστικά επίπεδα. Οι αποτιμήσεις που καταγράφονται σήμερα αντικατοπτρίζουν αυτήν τη νέα ισορροπία. Για ώριμα αιολικά έργα, οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 120.000 και 200.000 ευρώ ανά MW, με βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης την ηλικία του έργου και το αιολικό δυναμικό της περιοχής.

Στον τομέα της αποθήκευσης, οι συμφωνίες κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα, περίπου 40.000 έως 50.000 ευρώ ανά MW, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλιστούν όροι σύνδεσης και ότι το κόστος υλοποίησής της θα είναι διαχειρίσιμο.

Στρατηγική τοποθέτηση

Για τα φωτοβολταϊκά με μπαταρία, οι επενδυτές εμφανίζονται διατεθειμένοι να προσφέρουν 100.000 έως 120.000 ευρώ ανά MW, αν και πρόκειται για μια αγορά που ακόμη δεν έχει ωριμάσει στη χώρα, όπως προαναφέρθηκε. Επίσης, στην περίπτωση των εν λειτουργία αιολικών, «κλειδί» για το ύψος του ποσού που θα προσφερθεί είναι τα χρόνια «ζωής» του έργου, καθώς και το αιολικό δυναμικό στην περιοχή που αυτό είναι εγκατεστημένο.

Σε κάθε περίπτωση, τα funds δεν στοχεύουν σε υπερβολικά υψηλές αποδόσεις, αλλά εμφανίζονται ικανοποιημένα με μονοψήφια ποσοστά εσωτερικού βαθμού απόδοσης (IRR), στοιχείο που υποδηλώνει μια πιο μακροπρόθεσμη και σταθερή επενδυτική προσέγγιση.

Το τοπίο αυτό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για συνέχιση της έντονης κινητικότητας και το 2026. Ήδη το 2025 καταγράφηκαν σημαντικές συναλλαγές που επιβεβαιώνουν το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτικών κεφαλαίων. Από τις πιο ηχηρές κινήσεις πέρυσι ήταν η εξαγορά του 50% της TotalEnergies Greece από την ισπανική Asterion. Επίσης, η γαλλική Μirova σε συνεργασία με τη Foresight εξαγόρασαν από τη γερμανική Juwi χαρτοφυλάκιο φωτοβολταϊκών 267 MW.

Όλα δείχνουν πως ο «χορός» των εξαγορών θα συνεχιστεί. Η ελληνική αγορά ΑΠΕ, παρά τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις, εξακολουθεί να προσφέρει ευκαιρίες για όσους διαθέτουν κεφάλαια και επιδιώκουν στρατηγική τοποθέτηση.