Μέσα σε λίγες μέρες από την αρχική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ο κόσμος βυθίστηκε σε ενεργειακή κρίση. Το μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη, μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου κάθε μέρα, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη ανατάραξη στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές στην ιστορία, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Αυτή η κρίση μπορεί να φαίνεται πρωτοφανής, αλλά τα χαρακτηριστικά της είναι γνώριμα, γράφει το Foreign Affairs Το 1973, τα αραβικά μέλη του ΟΠΕΚ επέβαλαν εμπάργκο πετρελαίου σε χώρες που υποστήριζαν το Ισραήλ στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο, προκαλώντας δραματική αύξηση των τιμών που έπληξε τους καταναλωτές και συνέβαλε σε υψηλό πληθωρισμό και χαμηλή ανάπτυξη. Η κρίση του 1973 ενέπνευσε επίσης προσπάθειες αποφυγής ενός παρόμοιου σοκ στο μέλλον. Οι κυβερνήσεις έλαβαν μέτρα για να μειώσουν την εξάρτησή τους από εισαγωγές, να δημιουργήσουν στρατηγικά αποθέματα και να επιδιώξουν μεγαλύτερη συνεργασία και ενοποίηση των αγορών. Με την πάροδο του χρόνου, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ένιωσαν πιο άνετα να εμπιστεύονται την ενεργειακή ασφάλεια των χωρών τους στις παγκόσμιες αγορές.
Κι όμως, ο κόσμος δεν ξέφυγε ποτέ από την πραγματικότητα της γεωπολιτικής σημασίας του πετρελαίου. Αναλυτές και αξιωματούχοι προειδοποιούσαν επί δεκαετίες ότι τα Στενά του Ορμούζ ήταν ευάλωτα. Το κλείσιμό τους αποτελούσε το σενάριο κρίσης που όλοι φοβούνταν περισσότερο. Ωστόσο, η σχετική ευκολία και ταχύτητα με την οποία μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία φάνηκε να εκπλήσσει κάπως, σχολιάζει το Foreign Affairs. Παρότι το Ιράν υστερεί σε σημαντικό βαθμό στρατιωτικά έναντι των ΗΠΑ και του Ισραήλ, κατάφερε να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να προκαλέσει οικονομικό σοκ, ενώ τα επακόλουθα ιρανικά και ισραηλινά πλήγματα σε άλλες βασικές ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή επιδείνωσαν περαιτέρω την κρίση.
Βλέποντας αυτή την έκθεση της ευαλωτότητας των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο άρχισαν να επανεκτιμούν τον βαθμό της έκθεσής τους. Στη δεκαετία του 1970, πολλές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η συνεργασία και η ενοποίηση των αγορών μπορούσαν να τις προστατεύσουν από τη χρήση της ενέργειας ως όπλο. Κι όμως, στον σημερινό κατακερματισμένο κόσμο που χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις, πολλές φαίνεται ότι θα καταλήξουν στο αντίθετο συμπέρασμα, τονίζει το Foreign Affairs.
Η ελπίδα για ενοποίηση των αγορών και η διάψευσή της
Η σημερινή δυσάρεστη πραγματικότητα έχει διαψεύσει την αισιοδοξία των προηγούμενων δεκαετιών. Ο κόσμος εξακολουθεί να βασίζεται σε συντριπτικό βαθμό στα ορυκτά καύσιμα που συνεχίζουν να καλύπτουν πάνω από το 80% της παγκόσμιας ενέργειας με τη ζήτηση διαρκώς να αυξάνεται. Και παρότι οι αγορές πετρελαίου είναι πιο ενοποιημένες και η παγκόσμια οικονομία λιγότερο εξαρτημένη από το πετρέλαιο σε σχέση με το παρελθόν, τα σοκ εξακολουθούν να συμβαίνουν συχνά και μπορεί να είναι επώδυνα. Επειδή το πετρέλαιο διαπραγματεύεται σε παγκόσμια αγορά, οι αυξήσεις των τιμών επηρεάζουν την τιμή στην αντλία για όλους, ανεξάρτητα από το αν μια χώρα είναι καθαρός εισαγωγέας ή εξαγωγέας. Τα σοκ στην προσφορά φυσικού αερίου επίσης διαχέονται στην Ασία και την Ευρώπη, αν και οι ΗΠΑ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προστατευμένες από αυτά. Επειδή υπάρχει περιορισμένη υποδομή για την εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ και αυτή λειτουργεί συνήθως στο μέγιστο της δυναμικότητάς της, οι Αμερικανοί παραγωγοί δεν μπορούν να μετατρέψουν επιπλέον φυσικό αέριο σε LNG για να το πουλήσουν στο εξωτερικό σε υψηλότερες τιμές και αντίθετα αναγκάζονται να το διαθέτουν στην εγχώρια αγορά σε χαμηλότερες τιμές.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρόσφατη κρίση υπογράμμισε ότι το καθεστώς ενεργειακής υπερδύναμης δεν εξαλείφει την ευαλωτότητα σε γεωπολιτικές αναταράξεις. Παρότι η χώρα παράγει περισσότερο αργό πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου από ό,τι καταναλώνει, παραμένει συνδεδεμένη με τις παγκόσμιες αγορές. Οι Αμερικανοί παραγωγοί μπορεί να επωφελούνται από υψηλότερες τιμές, αλλά τα νοικοκυριά και οι ενεργοβόρες βιομηχανίες όχι.
Ενεργειακές κρίσεις στο μέλλον
Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να αναμένει κανείς ότι οι ενεργειακές κρίσεις θα μειωθούν στο μέλλον. Τα drones και τα κυβερνοόπλα έχουν καταστήσει τις συγκρούσεις φθηνότερες, ευκολότερες και με μεγαλύτερη διάρκεια. Το Ιράν απέδειξε ότι ακόμη και μια σχετικά μικρότερη δύναμη μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική ζημία απειλώντας υποδομές και κρίσιμα σημεία διέλευσης. Ταυτόχρονα, ο άτυπος κανόνας κατά της στοχοποίησης ενεργειακών υποδομών φθίνει, όπως φαίνεται από τις επιθέσεις της Ρωσίας στο ηλεκτρικό δίκτυο της Ουκρανίας. Επίσης, πλέον υπάρχουν πολλοί τρόποι να περιοριστούν οι ενεργειακές ροές: η ναυτιλία, η ασφάλιση, τα χρηματοπιστωτικά και τα συστήματα πληρωμών μπορούν όλα να γίνουν στόχοι. Η άμεση επίθεση στην παραγωγή δεν είναι ο μόνος τρόπος πρόκλησης αναταράξεων.
Η καθαρή ενέργεια δεν προσφέρει καταφύγιο από αυτούς τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Η Κίνα ελέγχει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας επεξεργασίας κρίσιμων ορυκτών και κυριαρχεί στις αλυσίδες εφοδιασμού για ηλιακά πάνελ, ανεμογεννήτριες, μπαταρίες και ηλεκτρικά οχήματα. Όταν το Πεκίνο περιόρισε τις εξαγωγές σπάνιων γαιών το 2025 ως απάντηση στους ελέγχους εξαγωγών των ΗΠΑ, προκάλεσε σοκ στην Ουάσιγκτον και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού δυσκολεύτηκαν να εξασφαλίσουν εξαρτήματα, μέρος της παραγωγής διακόπηκε και οι ευρωπαϊκές τιμές για βασικά εξαρτήματα ηλεκτρικών οχημάτων εκτοξεύθηκαν. Το δίδαγμα ήταν σαφές: η εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε όπλο στην οικονομία της καθαρής ενέργειας εξίσου εύκολα όσο και στην αγορά ορυκτών καυσίμων.
Στροφή πίσω από τα τείχη για ενεργειακή ασφάλεια
Αντιλαμβανόμενες τις ευπάθειες τόσο των παραδοσιακών όσο και των καθαρών ενεργειακών συστημάτων, οι κυβερνήσεις αισθάνονται μια ολοένα αυξανόμενη έλξη προς την ενεργειακή αυτάρκεια, δηλαδή την ικανότητα κάλυψης των δικών τους ενεργειακών αναγκών. Η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο με το Ιράν ενδέχεται να ενισχύσει σημαντικά αυτή την τάση, εκτιμά το Foreign Affairs.
Η Κίνα έχει ήδη αρχίσει να κινείται προς μείωση της έκθεση στις επισφαλείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμη κι αν απέχει πολύ από την πραγματική ενεργειακή αυτάρκεια. Η τρέχουσα κρίση ήταν επώδυνη για το Πεκίνο: περίπου το ήμισυ των εισαγωγών αργού πετρελαίου της Κίνας και το ένα τρίτο των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, μετά από δύο δεκαετίες επιθετικής ηλεκτροποίησης, με την ηλεκτρική ενέργεια να αντιπροσωπεύει πλέον πάνω από το 30% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας της χώρας, και μια τεράστια επέκταση της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα και ανανεώσιμες πηγές, η Κίνα βρίσκεται σε καλύτερη θέση απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά για να απορροφήσει εξωτερικά σοκ στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το τεράστιο «μαξιλάρι» στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου που έχει δημιουργήσει βοηθά επίσης. (Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, έχουν αρχίσει να εκποιούν τα δικά τους αποθέματα.) Πλέον, το Πεκίνο είναι πιθανό να επιταχύνει περαιτέρω την ηλεκτροποίηση των μεταφορών και της βιομηχανίας, να επιδιώξει ακόμη μεγαλύτερες εγχώριες και υπερπόντιες πηγές κρίσιμων ορυκτών και να συνεχίσει την επέκταση των αποθεμάτων, των ενεργειακών δικτύων και των υποδομών αποθήκευσης.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες. Οι ηγέτες της ηπείρου ήταν ήδη έντονα προσανατολισμένοι στη μείωση της εξάρτησης των χωρών τους από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, και ο πόλεμος με το Ιράν θα ενισχύσει αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο, μια ευρωπαϊκή στρατηγική που βασίζεται στην ηλεκτροποίηση και στην επέκταση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέχει επίσης κινδύνους, καθώς θα αυξήσει την εξάρτηση της ηπείρου από αλυσίδες εφοδιασμού καθαρής ενέργειας που κυριαρχούνται από την Κίνα. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει από μία μορφή γεωπολιτικής έκθεσης, η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να αποδεχτεί μια άλλη.
Η ενεργειακή αυτάρκεια ενδέχεται να ασκήσει ιδιαίτερη έλξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Αμερικανοί, στους οποίους εδώ και χρόνια υπόσχονται ενεργειακή ανεξαρτησία, μπορεί να αισθάνονται σύγχυση και προδοσία μπροστά στην κλίμακα του σοκ που προκάλεσε μια κρίση στην άλλη άκρη του κόσμου. Αυτό μπορεί να ενισχύσει τα αιτήματα για περιορισμό των εξαγωγών και προτεραιότητα στην εγχώρια προσφορά, σε μια εσφαλμένη προσπάθεια αποσύνδεσης της χώρας από τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου — ουσιαστικά προσπαθώντας να αναπαραχθεί η δυναμική της αγοράς φυσικού αερίου, όπου οι τιμές στις ΗΠΑ μπορούν να παραμένουν χαμηλές ενώ αλλού εκτοξεύονται. Ωστόσο, μια τέτοια απομόνωση θα ήταν αυτοϋπονομευτική. Ο περιορισμός των εξαγωγών αμερικανικού πετρελαίου θα μπορούσε να μειώσει προσωρινά τις εγχώριες τιμές, αλλά θα αποθάρρυνε επίσης την παραγωγή και τη διύλιση σε μια περίοδο που χρειάζεται περισσότερη προσφορά, όχι λιγότερη. Θα υπονόμευε την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως προμηθευτή και θα προκαλούσε αντίποινα από εμπορικούς εταίρους. Και επειδή η βενζίνη εξακολουθεί να τιμολογείται σε παγκόσμια αγορά, η διατήρηση του αργού πετρελαίου εντός της χώρας θα είχε περιορισμένη επίδραση στην προστασία των καταναλωτών από αυξήσεις τιμών. Μια επόμενη προσπάθεια απαγόρευσης των εξαγωγών βενζίνης και άλλων διυλισμένων προϊόντων θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερες παράπλευρες απώλειες, καθώς τα διυλιστήρια θα μείωναν την παραγωγή τους, περιορίζοντας περαιτέρω την εγχώρια προσφορά.
Η επιδίωξη της ενεργειακής αυτάρκειας θα αύξανε αναμφίβολα το κόστος για τις περισσότερες χώρες που θα την επιδίωκαν. Η εγχώρια εξόρυξη και παραγωγή είναι συχνά ακριβότερες από την απόκτηση πόρων και υλικών μέσω του εμπορίου, ενώ η δημιουργία εφεδρειών προσθέτει επιπλέον κόστος. Ωστόσο, σε έναν πιο επικίνδυνο κόσμο, οι κυβερνήσεις μπορεί να αποφασίσουν ότι αξίζει να πληρώσουν αυτό το τίμημα.