Η Γερμανία περνά στην επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης, παρουσιάζοντας στη Νέα Υόρκη έναν οδικό χάρτη για τη σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα έως το 2045.
Το σχέδιο της κυβέρνησης του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς παρουσιάστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, στο περιθώριο της 81ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και των διεθνών εκδηλώσεων για το κλίμα.
Πρόκειται για την τρίτη μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία, μετά τη Γαλλία και την Ολλανδία, που παρουσιάζει αντίστοιχο εθνικό σχέδιο μετάβασης.
Ο λεγόμενος οδικός χάρτης TAFF, από τα αρχικά των λέξεων «Transitioning Away from Fossil Fuels», δεν εισάγει ένα εντελώς νέο πλαίσιο πολιτικής, αλλά συγκεντρώνει και οργανώνει ήδη υφιστάμενες δράσεις γύρω από τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2045.
Από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στην ηλεκτροκίνηση
Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκονται η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ηλεκτροποίηση βασικών τομέων της οικονομίας. Η μετάβαση αφορά τις μεταφορές, τη θέρμανση των κτιρίων και τις βιομηχανικές διεργασίες.
Παράλληλα, το Βερολίνο επιδιώκει να περιορίσει την έκθεση της οικονομίας στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τις αλλεπάλληλες αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και τις γεωπολιτικές κρίσεις.
Ήδη από τον Μάρτιο του 2026, η γερμανική κυβέρνηση είχε εγκρίνει πρόγραμμα κλιματικής προστασίας με 67 μέτρα, με στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 25 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα έως το 2030. Το πρόγραμμα συνδέεται με τους στόχους της Γερμανίας για το 2030 και το 2040 και με την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας το 2045.
Πίεση από την ενεργειακή κρίση
Η επιλογή του Βερολίνου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διακυμάνσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής εξάρτησης.
Η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και η μεγαλύτερη αξιοποίηση εγχώριων ανανεώσιμων πηγών αντιμετωπίζονται πλέον όχι μόνο ως εργαλεία περιορισμού των εκπομπών, αλλά και ως μέτρα ενίσχυσης της ενεργειακής ανθεκτικότητας.
Το γερμανικό σχέδιο προβλέπει ότι η μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων θα περιορίσει αντίστοιχα τις εισαγωγές και την έκθεση σε διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες που μπορούν να επηρεαστούν από γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η Ευρώπη κινείται προς την ίδια κατεύθυνση
Η Γαλλία έχει ήδη παρουσιάσει το δικό της χρονοδιάγραμμα, με στόχο την έξοδο από τον άνθρακα έως το 2030, από το πετρέλαιο έως το 2045 και από το φυσικό αέριο έως το 2050.
Η βρετανική κυβέρνηση έχει επίσης επαναβεβαιώσει την κατεύθυνση προς τη μείωση της εξάρτησης από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα.
Στο διεθνές επίπεδο, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η φετινή Σύνοδος Κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα επικεντρώνεται στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, στην ενεργειακή ασφάλεια και στην προστασία των κοινωνιών από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Ο χρόνος για τον στόχο του 1,5°C περιορίζεται
Η γερμανική πρωτοβουλία εντάσσεται σε ένα δυσμενέστερο διεθνές κλιματικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, η παγκόσμια θερμοκρασία αναμένεται να ξεπεράσει το όριο του 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα μέσα στα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι οι εκπομπές θα πρέπει να μειωθούν σχεδόν κατά 50% έως το 2030 σε σύγκριση με το 2019, ώστε να παραμείνει εφικτός ο στόχος του Παρισιού.
Έτσι, το γερμανικό χρονοδιάγραμμα έως το 2045 αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής και διεθνούς προσπάθειας να συνδυαστούν η μείωση των ορυκτών καυσίμων, η ανάπτυξη καθαρής ενέργειας και η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Η πρόκληση για τη Γερμανία πλέον μεταφέρεται από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή: η επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες προϋποθέτει ταχεία ανάπτυξη καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας, εκτεταμένη ηλεκτροποίηση και σταδιακή μείωση της ζήτησης για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα.
