Νέα δυναμική στην αγορά της αυτοκατανάλωσης αναμένεται να δώσει το καινούριο θεσμικό πλαίσιο, με τον τεχνικό κόσμο, τους προμηθευτές εξοπλισμού και τις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας να αποτιμούν θετικά τις αλλαγές που τέθηκαν σε εφαρμογή. Κοινή εκτίμηση των στελεχών του κλάδου είναι ότι πλέον δημιουργείται μεγαλύτερη ευελιξία ώστε νοικοκυριά και, κυρίως, επιχειρήσεις να αξιοποιούν είτε παραγωγή από τον ήλιο είτε αποθηκευμένη ηλεκτρική ενέργεια, για να περιορίζουν το ενεργειακό τους κόστος.
Ουσιαστικά, με τη νέα Υπουργική Απόφαση συμπληρώνεται το «παζλ» των διαθέσιμων σχημάτων αυτοκατανάλωσης και ξεκαθαρίζονται διαδικασίες που μέχρι σήμερα δημιουργούσαν εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων. Μεταξύ άλλων, θεσπίζονται για πρώτη φορά οι μεμονωμένες μπαταρίες, ενώ αποσαφηνίζονται οι όροι λειτουργίας των διαφορετικών σχημάτων και η προσθήκη αποθήκευσης.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί προσδοκίες για σημαντική επιτάχυνση της αγοράς. Σήμερα λειτουργούν περίπου 1,1 GW συστημάτων αυτοκατανάλωσης. Παράγοντες του κλάδου εκτιμούν ότι μέσα στην επόμενη τριετία μπορεί να προστεθεί ακόμη 1 GW περίπου, οδηγώντας πρακτικά σε διπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος. Στην πράξη, αυτό σημαίνει έναν κύκλο εργασιών περί το 1 δισ. ευρώ, την περίοδο 2027-2029.
Από την απώλεια κιλοβατωρών στις νέες υπηρεσίες
Το νέο τοπίο ενδιαφέρει ιδιαίτερα και τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας. Σε πρώτη ανάγνωση, η αυτοκατανάλωση λειτουργεί αντίστροφα προς το παραδοσιακό επιχειρηματικό τους μοντέλο: όσο περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια παράγει ή αποθηκεύει ο πελάτης για ίδια χρήση, τόσο λιγότερες κιλοβατώρες αγοράζει από τον πάροχό του και τόσο μικρότερος είναι ο λογαριασμός του.
Ωστόσο, στην αγορά θεωρούν ότι αυτή η απώλεια μπορεί να υπεραντισταθμιστεί από το νέο πεδίο υπηρεσιών που ανοίγεται. Αντί ο προμηθευτής να περιορίζεται στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, μπορεί να προσφέρει στον πελάτη ένα ολοκληρωμένο ενεργειακό «πακέτο»: προμήθεια ρεύματος, φωτοβολταϊκό, μπαταρία, ενεργειακή διαχείριση, χρηματοδότηση ή άλλες υπηρεσίες που μειώνουν συνολικά το κόστος της επιχείρησης ή του νοικοκυριού.
Έτσι, φωτοβολταϊκά και μπαταρίες μετατρέπονται σε ένα ακόμη «όπλο» στον ανταγωνισμό για την προσέλκυση αλλά και τη διατήρηση πελατών. Η σημερινή συγκυρία μάλιστα, με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις έντονες διακυμάνσεις στις ενεργειακές αγορές, λειτουργεί ως έμπρακτη υπενθύμιση της αξίας που έχει για έναν καταναλωτή να περιορίζει την έκθεσή του στις τιμές της αγοράς.
Οι επιχειρήσεις στο επίκεντρο
Στα νοικοκυριά, η πιο σημαντική καινούρια παρέμβαση είναι τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού. Για τον κλάδο, ωστόσο, δεν αποτελούν νέο επιχειρηματικό αντικείμενο, καθώς πρόκειται για συστήματα plug & play. Αντίστοιχα, τα συμβατικά οικιακά συστήματα αυτοκατανάλωσης αποτελούσαν ήδη διαθέσιμη επιλογή και έχουν μεγαλύτερη οικονομική λογική κυρίως για κατοικίες με αυξημένη κατανάλωση, για παράδειγμα λόγω αντλίας θερμότητας ή ηλεκτρικού αυτοκινήτου.
Ο κοινός παρονομαστής στις εκτιμήσεις της αγοράς είναι ότι το μεγαλύτερο περιθώριο ανάπτυξης βρίσκεται στις επιχειρήσεις και στις βιομηχανίες. Εκεί οι καταναλώσεις είναι σημαντικά υψηλότερες και, επομένως, ακόμη και μία ποσοστιαία μείωση του κόστους αντιστοιχεί σε πολύ μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Ανάλογα με το προφίλ κατανάλωσης και το μέγεθος του φωτοβολταϊκού, η εξοικονόμηση μπορεί να ξεπεράσει το 50% του ενεργειακού κόστους.
Κρίσιμη αλλαγή θεωρείται ότι πλέον δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να λειτουργήσει στην πράξη ευρύτερα το net-billing, δηλαδή το μοντέλο στο οποίο η ενέργεια που παράγεται και καταναλώνεται ταυτόχρονα μειώνει απευθείας τις αγορές ρεύματος, ενώ η πλεονάζουσα παραγωγή μπορεί να διοχετεύεται στο δίκτυο και να αποζημιώνεται. Το προηγούμενο διάστημα, η εφαρμογή του συγκεκριμένου μοντέλου στους μη οικιακούς καταναλωτές είχε συναντήσει αρκετές πρακτικές δυσκολίες. Το νέο πλαίσιο αποσαφηνίζει τις διαδικασίες εφαρμογής και εκκαθάρισης των σχημάτων αυτοκατανάλωσης.
Το πλεονέκτημα του zero feed-in
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν, πάντως, ότι ισχυρή ώθηση στις νέες εγκαταστάσεις μπορεί να δώσουν τα συστήματα zero feed-in, δηλαδή φωτοβολταϊκά τα οποία σχεδιάζονται ώστε να μην εγχέουν πλεονάζουσα παραγωγή στο δίκτυο. Το βασικό τους πλεονέκτημα είναι η απλούστερη λειτουργική λογική, καθώς ο επενδυτής δεν βασίζεται στην πώληση της περίσσειας ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, αποφεύγει μία σειρά διαδικασιών που σχετίζονται με την έγχυση και την αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών του κλάδου, η εξοικονόμηση ενός σωστά διαστασιολογημένου zero feed-in συστήματος μπορεί να είναι μόλις περίπου 20% χαμηλότερη σε σχέση με μία λύση που αξιοποιεί πλήρως την πλεονάζουσα παραγωγή μέσω net-billing. Για αρκετές επιχειρήσεις, επομένως, αυτή η διαφορά μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτό τίμημα για μεγαλύτερη απλότητα.
Το αν δίπλα στο φωτοβολταϊκό χρειάζεται και μπαταρία εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό ταυτοχρονισμού παραγωγής και κατανάλωσης. Μία επιχείρηση που λειτουργεί κυρίως τις ώρες ηλιοφάνειας μπορεί να καταναλώνει επιτόπου το μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής παραγωγής. Αν, για παράδειγμα, το φωτοβολταϊκό μπορεί να καλύπτει άμεσα το 70%-80% των αναγκών στις ώρες λειτουργίας, η πρόσθετη επένδυση σε αποθήκευση είναι δυσκολότερο να δικαιολογηθεί οικονομικά.
Η νέα αγορά των αυτόνομων μπαταριών
Η εικόνα αλλάζει όταν το προφίλ κατανάλωσης μεταφέρεται σε ώρες χωρίς ηλιοφάνεια. Επιπλέον, το νέο πλαίσιο προσθέτει μία σημαντική δυνατότητα: οι μπαταρίες μπορούν, υπό τους προβλεπόμενους τεχνικούς όρους, να αποθηκεύουν ηλεκτρική ενέργεια από το δίκτυο. Αυτό σημαίνει ότι, σε συνδυασμό με δυναμικά τιμολόγια, ένας καταναλωτής θα μπορεί να φορτίζει τη μονάδα αποθήκευσης όταν η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνότερη και να την αξιοποιεί όταν οι τιμές ανεβαίνουν.
Ακόμη μεγαλύτερη αγορά μπορεί να δημιουργήσει η δυνατότητα εγκατάστασης μεμονωμένης μπαταρίας, χωρίς φωτοβολταϊκό. Πρόκειται για λύση που απευθύνεται ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις ή άλλους καταναλωτές οι οποίοι δεν διαθέτουν κατάλληλη στέγη ή ελεύθερο χώρο για εγκατάσταση ΑΠΕ. Το νέο πλαίσιο προβλέπει ρητά standalone αποθήκευση για κάλυψη ιδίων αναγκών και απλοποιημένη αδειοδοτική διαδικασία.
Στελέχη της αγοράς υπολογίζουν ότι μία τέτοια εφαρμογή μπορεί να προσφέρει ελάχιστη εξοικονόμηση της τάξης του 20%-25%, ανάλογα φυσικά με το προφίλ κατανάλωσης, τις διαφορές τιμών μέσα στην ημέρα και τον τρόπο λειτουργίας της μπαταρίας. Και ακριβώς αυτή η διεύρυνση των επιλογών είναι που κάνει τον τεχνικό κόσμο να βλέπει το νέο πλαίσιο ως αφετηρία για το «ξεπάγωμα» της αυτοκατανάλωσης: αντί για μία ενιαία λύση, κάθε καταναλωτής μπορεί πλέον να αναζητήσει τον συνδυασμό φωτοβολταϊκού, μπαταρίας και τιμολογίου που ταιριάζει καλύτερα στις δικές του ανάγκες.
