Νέα δεδομένα, τα οποία μένει να αποκωδικοποιηθούν, δημιουργούν οι χθεσινές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ότι η Άγκυρα δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, αρκούμενη σε γραπτή ενημέρωση για τις έρευνες που απομένουν ώστε να οριστικοποιηθεί η όδευση του Great Sea Interconnector (GSI). Μία τοποθέτηση που, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, αφήνει να διαφανεί ένα περιθώριο για επανέναρξη των εργασιών χωρίς αρνητικά απρόοπτα στην πορεία.
Όπως ανέφερε ο Τούρκος ΥΠΕΞ, εκείνο που ζητά η Άγκυρα είναι να λαμβάνει γραπτή ειδοποίηση, και όχι απλώς προφορική ενημέρωση, στην οποία θα περιγράφονται οι εργασίες που πρόκειται να πραγματοποιήσει το ερευνητικό πλοίο, μαζί με τις συντεταγμένες τους. Υποστήριξε μάλιστα ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί να διαταραχθεί το υφιστάμενο καθεστώς στις θαλάσσιες περιοχές, ούτε να δημιουργηθούν τετελεσμένα που θα προκαλέσουν περισσότερα προβλήματα στις δύο πλευρές.
Υπενθυμίζεται ότι εκκρεμούν οι έρευνες βυθού στα διεθνή ύδατα, ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου. Πρόκειται για την περιοχή για την οποία η Άγκυρα προβάλλει τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι εμπίπτει στην τουρκική υφαλοκρηπίδα και ότι, επομένως, απαιτείται η έγκρισή της για να πραγματοποιηθούν οι εργασίες.
Η αλλαγή ρητορικής της Άγκυρας
Αναμφισβήτητα, η τοποθέτηση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών σηματοδοτεί μία πιο ήπια ρητορική σε σχέση με προηγούμενες παρεμβάσεις της Άγκυρας. Είναι ενδεικτικό ότι έρχεται στον αντίποδα των ανώνυμων δηλώσεων αξιωματούχων του τουρκικού υπουργείου Άμυνας τον Απρίλιο του 2025, όταν η επανέναρξη των ερευνών είχε χαρακτηριστεί προκλητική ενέργεια, ενώ είχε διατυπωθεί η προειδοποίηση πως η Τουρκία θα αντιδρούσε όπως είχε πράξει και στο παρελθόν.
Η αναφορά παρέπεμπε στην εμπλοκή του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού στις έρευνες του 2024, όταν η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή της Κάσου και της Καρπάθου είχε οδηγήσει στην αναστολή των εργασιών.
Επομένως, το γεγονός ότι πλέον ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας δηλώνει πως η χώρα του δεν αντιτίθεται στο έργο, θέτοντας ως προϋπόθεση τη γραπτή ενημέρωση, φαίνεται να αποτελεί διαφοροποίηση. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της, καθώς ο ίδιος ο Φιντάν συνέδεσε ρητά τη θέση του με την αποφυγή αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.
Η γραπτή ενημέρωση
Σε πρώτη προσέγγιση, η διατύπωση του Τούρκου ΥΠΕΞ φαίνεται επίσης να διαφοροποιείται από την έως τώρα αξίωση της Άγκυρας για αίτημα αδειοδότησης. Πηγές με άριστη γνώση των διπλωματικών επισημαίνουν στο powergame ότι, στην πράξη, εκείνο που ζητείται είναι μία γραπτή ενημέρωση από το γαλλικό κράτος, στην οποία θα περιλαμβάνονται οι συντεταγμένες της πορείας που πρόκειται να ακολουθήσει το ερευνητικό σκάφος.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, μία τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να διαμορφωθεί με τρόπο ώστε να αναφέρεται ρητά πως το σχετικό έγγραφο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά αίτηση για χορήγηση άδειας. Με αυτό τον τρόπο θα επιχειρούνταν να καλυφθεί η απαίτηση της Άγκυρας για έγγραφη γνωστοποίηση, χωρίς να αναγνωρίζεται ότι διαθέτει δικαιοδοσία αδειοδότησης στην επίμαχη περιοχή.
Ωστόσο, οι απόψεις για τις συνέπειες μίας τέτοιας επιλογής διίστανται. Ορισμένοι αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις, εκτιμώντας ότι η καθιέρωση της προηγούμενης γραπτής ενημέρωσης της Τουρκίας θα μπορούσε να παγιώσει μία αντίστοιχη πρακτική για μελλοντικές έρευνες ή ποντίσεις καλωδίων. Αντίθετα, άλλοι ειδικοί επισημαίνουν στο powergame ότι η δημιουργία ενός αρνητικού προηγουμένου δεν είναι προεξοφλημένη. Όπως υπογραμμίζουν, καθοριστική σημασία θα έχει η ακριβής διατύπωση της ενημέρωσης, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε ερμηνεία της ως αιτήματος αδειοδότησης ή αναγνώρισης τουρκικής δικαιοδοσίας.
Μάλιστα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, μία ακόμη μεγαλύτερη διασφάλιση θα μπορούσε να προκύψει εάν η ίδια ενημέρωση αποστελλόταν ταυτόχρονα σε περισσότερους παραλήπτες, δηλαδή όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και σε άλλα κράτη της ευρύτερης περιοχής, όπως για παράδειγμα η Αίγυπτος. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να ενισχυθεί ο χαρακτήρας της ως γενικής τεχνικής γνωστοποίησης, και όχι ως ειδικής διαδικασίας που αφορά αποκλειστικά την Άγκυρα.
Σε κάθε περίπτωση, η ενδεχόμενη αποστολή μιας τέτοιας ενημέρωσης έχει διαφορετικό χαρακτήρα από την προβλεπόμενη αδειοδοτική διαδικασία, η οποία έχει ήδη εκκινήσει στην Ελλάδα.
Η ελληνική στάση
Ενδεικτική των περιθωρίων που ενδέχεται να υπάρχουν είναι η χθεσινή τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη.
«Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από την οποία θα ζητηθεί άδεια και έχει ήδη ζητηθεί άδεια για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Κατά τούτο, εφόσον υπάρξει η αδειοδότηση εκ μέρους της Ελλάδος, η ενημέρωση σχετικά με την έρευνα και την πόντιση είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι δυνατόν, με την σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο μήκος κύματος, πηγές του Μεγάρου Μαξίμου επισημαίνουν στο powergame ότι δεν πρόκειται να ζητηθεί άδεια από καμία άλλη χώρα. Συμπληρώνουν, ωστόσο, με νόημα ότι «άλλο πράγμα είναι να υπάρξει ενημέρωση από τους Γάλλους στα άλλα κράτη της περιοχής».
Η συμπλήρωση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι η Αθήνα δεν αποκλείει εκ των προτέρων μία φόρμουλα η οποία θα επιτρέψει την επανέναρξη των ερευνών, χωρίς να υπονομεύει τις ελληνικές θέσεις για τη θαλάσσια δικαιοδοσία.
Το προηγούμενο του καλωδίου EMC
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτούν στο πλαίσιο αυτό οι παράλληλες εξελίξεις με το τηλεπικοινωνιακό καλώδιο East to Med Data Corridor (EMC), το οποίο σχεδιάζεται να συνδέσει τη Σαουδική Αραβία με την Ευρώπη μέσω Κύπρου και Ελλάδας.
Κι αυτό γιατί για τις έρευνες του συγκεκριμένου έργου υπάρχει πλέον ένα χειροπιαστό προηγούμενο, καθώς έχει χορηγηθεί η προβλεπόμενη ελληνική άδεια, την ώρα που είχε προηγηθεί NAVTEX από την Τουρκία, με την οποία η Άγκυρα υποστήριξε ότι οι εργασίες του ερευνητικού πλοίου Kobi Ruegg έχουν συντονιστεί και εγκριθεί από τις τουρκικές αρχές.
Η Αθήνα απάντησε αρχικά με αντι-NAVTEX, ενώ ο σταθμός Ηρακλείου προχώρησε σε νέα NAVTEX, η οποία προγραμματίζει τις έρευνες του Kobi Ruegg για τις 23-25 και 27-30 Οκτωβρίου, σε θαλάσσιες περιοχές από τα νοτιοανατολικά της Κρήτης, νότια της Κάσου, της Καρπάθου και της Ρόδου, προς την Κύπρο.
Πηγές που παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις με τον GSI σημειώνουν ότι το προηγούμενο του EMC δημιουργεί πλέον ένα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της άμεσης προώθησης των ερευνών και για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου. Κατά τις ίδιες πηγές, από τη στιγμή που έχουν δρομολογηθεί έρευνες για το τηλεπικοινωνιακό καλώδιο σε αντίστοιχες θαλάσσιες περιοχές, δεν υπάρχει πλέον καμία δικαιολογία να μη χορηγηθεί η προβλεπόμενη ελληνική άδεια και για τον GSI, εφόσον ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες.
Εντός Οκτωβρίου η NAVTEX
Η επανέναρξη των ερευνών για τον GSI έχει, πάντως, ήδη μπει σε τροχιά προετοιμασίας. Η γαλλική Nexans, που έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου, υπέβαλε στις ελληνικές αρχές αίτημα αδειοδότησης για εργασίες έρευνας και πόντισης, οι οποίες προβλέπεται να πραγματοποιηθούν με το γαλλικό πλοίο Abeille Marengo.
Με την υποβολή του αιτήματος ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, που περιλαμβάνουν την εξέτασή του από την Επιτροπή Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης (ΕΧΑΕΘ), καθώς και τις απαραίτητες εγκρίσεις από το Λιμενικό Σώμα. Ακολούθως, θα εκδοθεί η ελληνική NAVTEX, με την οποία θα καθοριστούν οι περιοχές και το χρονικό διάστημα διεξαγωγής των εργασιών.
Μάλιστα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Κύπρου Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης δήλωσε ότι αναμένεται εντός Οκτωβρίου η έκδοση της ελληνικής NAVTEX. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή θα ενεργοποιήσει τη διαδικασία καταβολής της πρώτης δόσης των 25 εκατ. ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία για το έργο.
Η γεωπολιτική διάσταση
Πέρα από την πρόοδο της ίδιας της ηλεκτρικής διασύνδεσης, πηγές που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις υπογραμμίζουν ότι η σημασία της επανέναρξης των ερευνών είναι ευρύτερη. Όπως επισημαίνουν, έργα αυτού του είδους θα πρέπει να προχωρούν, καθώς ενισχύουν έμπρακτα τη γεωπολιτική ισχύ της χώρας.
Στην περίπτωση του GSI, αυτό σημαίνει ότι θα δρομολογηθεί ένα έργο που θα καταστήσει την Ελλάδα τον ενεργειακό σύνδεσμο της Κύπρου με την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, τερματίζοντας την ενεργειακή απομόνωση του νησιού.
Θα δημιουργήσει επίσης τις προϋποθέσεις για μία ευρύτερη διασύνδεση με το Ισραήλ, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας ως κόμβου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για μία διάσταση που αποκτά πρόσθετη βαρύτητα από την εμπλοκή γαλλικών συμφερόντων στο έργο και την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που έχει λάβει.
