Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ανακοίνωσε την ολοκλήρωση δύο νέων ερευνητικών μελετών, οι οποίες χαρτογραφούν σε βάθος τους μηχανισμούς διαμόρφωσης τιμών στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και στην εγχώρια λιανική αγορά.
Οι μελέτες, οι οποίες εκπονήθηκαν από την Ιωάννα Χριστοδουλάκη και τον Αθανάσιο Δήμα (τμήμα Χαρτογράφησης Αγορών και Έρευνας της ΕΑ), σε συνεργασία με καθηγητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Εργαστηρίου Εφαρμογών Πληροφορικής και Υπολογιστικών Οικονομικών (ΕΕΠΥΟ) κ.κ. Δημήτριο Παναγιώτου και Αθανάσιο Σταυρακούδη, αξιοποιούν σύγχρονα οικονομετρικά μοντέλα για την ανάλυση της εξέλιξης των τιμών και του ανταγωνισμού.
Οι μελέτες αυτές αποτελούν συνέχεια του HCC Datathon που διοργανώθηκε τον Ιούνιο του 2025 για την προώθηση της ανάλυσης δεδομένων στην πράξη, στην αγορά έξτρα παρθένου ελαιόλαδου.
Η πρώτη μελέτη («Price dependence among the major EU extra virgin olive oil markets») εξετάζει την αλληλεξάρτηση των τιμών παραγωγού μεταξύ Ελλάδας, Ιταλίας και Ισπανίας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την Ισπανία ως τον κυρίαρχο ηγέτη καθορισμού τιμών (price setter) στη Μεσόγειο, με την ελληνική αγορά να λειτουργεί ως «ακόλουθος», προσαρμοζόμενη μακροχρόνια στις ισπανικές τάσεις.
Η Ιταλία εμφανίζεται ως ο βασικός αγωγός μετάδοσης της μεταβλητότητας, αντιδρώντας εντονότερα σε βραχυχρόνια σοκ.
Η εξέλιξη των τιμών του ελαιολάδου
Οι διεθνείς τιμές του ελαιολάδου σημείωσαν απότομη ανοδική τάση από τον Σεπτέμβριο του 2022 έως τον Ιανουάριο του 2024. Η περιορισμένη παραγωγή ελαιολάδου κατά τη διάρκεια της ελαιοκομικής περιόδου 2023-2023 (κυρίως λόγω της ξηρασίας στην Ισπανία, τον μεγαλύτερο παραγωγό παγκοσμίως) οδήγησε την τιμή από 4.316 δολάρια ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, τον Σεπτέμβριο του 2022, σε 10.281 δολάρια ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, τον Ιανουάριο του 2024.
Έκτοτε, η τιμή έχει μειωθεί και τον Ιούνιο του 2025 διαμορφώθηκε στα 5.075 δολάρια ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο. Γενικά, οι γεωπολιτικές εντάσεις καθώς και η κλιματική αλλαγή συνέβαλαν στην αύξηση του πληθωρισμού στον τομέα των τροφίμων (Saccone και Vallino, 2025).
Στην Ελλάδα, ο δείκτης τιμών καταναλωτή για το ελαιόλαδο παρουσίασε έντονη ανοδική τάση από τον Ιούνιο του 2023. Η ανοδική τάση του εναρμονισμένου ΔΤΚ για το ελαιόλαδο κορυφώθηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024, όταν ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 60% (Ελληνική Στατιστική Αρχή, 2025). Οι αξιοσημείωτες αυξήσεις των τιμών των προϊόντων ελαιολάδου συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τη μείωση της εγχώριας παραγωγής κατά τη διάρκεια της ελαιοκομικής περιόδου 2023/2024, καθώς η παραγωγή περιορίστηκε σε 175 χιλιάδες τόνους – σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο (345 χιλιάδες τόνοι).
Ο συνδυασμός της συρρίκνωσης της παραγωγής στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 2023/2024 με τη διατήρηση της εξωτερικής ζήτησης συνέβαλε στην αύξηση των τιμών. Σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο δείκτης τιμών καταναλωτή (2015=100) στην Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2023 και, παρά τη σύγκλιση που παρατηρήθηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2025, τον Ιούνιο του 2025 ο ΔΤΚ για το ελαιόλαδο στην Ελλάδα ήταν 151,7 μονάδες έναντι 147,0 μονάδων στην ευρωζώνη. Η παρατήρηση αυτή είναι αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου στην Ευρώπη.

Η δεύτερη μελέτη («Price Connectedness in the Extra Virgin Olive Oil Retail Market in Greece») εστιάζει στην ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ. Μέσω ανάλυσης παλινδρόμησης ποσοστημορίων (quantile regressions) στις τελικές τιμές πώλησης σε τέσσερις μεγάλες αλυσίδες, διαπιστώθηκε σημαντική ανομοιογένεια στις στρατηγικές τιμολόγησης.
Η ανομοιογένεια αυτή εμφανίζεται σε επίπεδο σούπερ μάρκετ, αλλά και σε επίπεδο προϊόντος. Τα αποτελέσματα δεν υποδεικνύουν συντονισμένη συμπεριφορά, καθώς η αλληλεπίδραση των τιμών ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το αν οι τιμές είναι χαμηλές ή υψηλές, ενώ παρατηρούνται ασύμμετρες αντιδράσεις μεταξύ των ανταγωνιστών.
Οι ερευνητικές μελέτες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Ανταγωνισμού ΕΔΩ.
Οι δράσεις αυτές εντάσσονται στην γενικότερη στρατηγική της ΕΑ για την εμβάθυνση στην κατανόηση της δομής της αγοράς τροφίμων, επιτρέποντας στοχευμένες παρεμβάσεις για την προστασία του ανταγωνισμού και του καταναλωτή.