Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε μία από τις πιο δραστήριες χώρες της Ευρώπης στην ανάπτυξη έργων Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα και παραχωρήσεων, ξεπερνώντας ακόμη και κράτη με μακρά εμπειρία σε αυτό το μοντέλο υποδομών. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και εκτιμήσεις αναλυτών της Santander, η χώρα βρίσκεται στην τρίτη θέση στην Ευρώπη ως προς τον αριθμό έργων που βρίσκονται σε στάδιο ωρίμανσης ή έχουν ήδη δρομολογηθεί, με συνολικά 35 στο χαρτοφυλάκιο της. Μπροστά της κατατάσσονται μόνο οι «μεγάλες» δυνάμεις, όπως η Γαλλία με 49 και η Ιταλία με 41, ενώ ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο με 33, η Ισπανία με 27 και η Πορτογαλία με 24.

Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η θέση της χώρας ως προς την αξία των έργων ΣΔΙΤ και παραχωρήσεων που έχουν ήδη ανατεθεί. Με βάση την ίδια πηγή, την περίοδο 2020–2024, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στην Ευρώπη με συνολική αξία 4,9 δισ. ευρώ, πίσω από τη Γαλλία (11,8 δισ.), τη Γερμανία (9,5 δισ.) και το Ηνωμένο Βασίλειο (5,0 δισ.), αλλά πάνω από την Ιταλία (4,3 δισ.), την Τουρκία (3,7 δισ.), το Ισραήλ (3,3 δισ.) και το Βέλγιο (2,4 δισ.). Πολύ χαμηλότερα καταγράφονται η Δανία, η Ιρλανδία και η Πολωνία (500 εκατ δισ. η καθεμία), η Πορτογαλία, η Σερβία και η Κροατία (400 εκατ.), η Αυστρία και η Λιθουανία (300 εκατ.) και η Αλβανία (100 εκατ,). Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια εικόνα στην οποία η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο δραστηριότητας για έργα υποδομών, ξεπερνώντας χώρες με πολύ μεγαλύτερες οικονομίες.

Η εικόνα αυτή συνδέεται, όπως αναφέρουν οι αναλυτές της Santander με τη σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και τη στροφή σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Μετά την περίοδο της κρίσης χρέους, όπου τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκαν, με το τελευταίο να αγγίζει το 209% του ΑΕΠ το 2020, η χώρα έχει περάσει σε φάση ταχείας ανασυγκρότησης των υποδομών της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση της Santander εστιάζει στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει χτίσει ένα χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων οδικών αξόνων που χαρακτηρίζεται ως πολύ νέο. Αυτό σημαίνει ότι οι συμβάσεις έχουν μεγάλο υπόλοιπο διάρκειας και η ολοκλήρωσή τους απέχει χρονικά, ωστόσο ήδη καταγράφονται ή δρομολογούνται να καταγραφούν στιβαρά αποτελέσματα και σταθερές ροές, καθώς τα έργα περνούν σταδιακά στη φάση πλήρους λειτουργίας.
Κομβικό σημείο αυτής της μεταστροφής είναι η ενσωμάτωση στον ισολογισμό της εταιρείας δύο από τις μεγαλύτερες παραχωρήσεις που έχουν δοθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η Αττική Οδός πέρασε στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στο τέλος του 2024 με εφάπαξ τίμημα 3,3 δισ. ευρώ, ενώ η Εγνατία Οδός ακολούθησε με τίμημα 1,275 δισ. ευρώ. Οι δύο αυτές κινήσεις δεν ενίσχυσαν απλώς την παρουσία του ομίλου στις παραχωρήσεις, αλλά αναδιαμόρφωσαν συνολικά το προφίλ του, προσθέτοντας μεγάλης κλίμακας περιουσιακά στοιχεία με πολυετή ορίζοντα και υψηλή προβλεψιμότητα εσόδων.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται καθαρά και στη σύνθεση του ισολογισμού. Σύμφωνα με τη Santander, η αξία των άυλων περιουσιακών στοιχείων παραχωρήσεων της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, δηλαδή η λογιστική αξία του δικαιώματος εκμετάλλευσης ανήλθε σε 5,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 62% του συνόλου του ενεργητικού της. Το μέγεθος αυτό δεν είναι απλώς υψηλό, αλλά το μεγαλύτερο μεταξύ των ευρωπαϊκών ομίλων υποδομών με τους οποίους γίνεται η σύγκριση. Ενδεικτικά, ο ίδιος δείκτης διαμορφώνεται στο 23% για τη Vinci, 29% για την Eiffage, 49% για τη Ferrovial και 57% για τη Sacyr.
Tα μερίσματα από τις παραχωρήσεις
Στην έκθεση της Santander για τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η πορεία των μερισμάτων που εισπράττει ο όμιλος από τις παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων αποτυπώνεται με συγκεκριμένους αριθμούς και σαφές χρονοδιάγραμμα. Η τράπεζα σημειώνει ότι στη χρήση 2024 η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εισέπραξε 33 εκατ. ευρώ σε μερίσματα, ενώ στο διάγραμμα που ακολουθεί παρουσιάζεται αναλυτικά η εξέλιξη των εισπράξεων από τα έργα υποδομών σε ετήσια βάση.
Ειδικότερα, η Santander συγκεντρώνει τις συνολικές εισπράξεις μερισμάτων που προέρχονται από την Αττική Οδό, τη Νέα και Κεντρική Οδό, την Εγνατία Οδό, την Ολυμπία Οδό, αλλά και από μια κατηγορία λοιπών έργων. Με βάση τα στοιχεία που αναλύσει, τα συνολικά μερίσματα εμφανίζονται για το 2024 στα 68 εκατ. ευρώ και στη συνέχεια ακολουθούν ανοδική πορεία, διαμορφούμενα στα 78 εκατ. ευρώ το 2025, 92 εκατ. ευρώ το 2026, 86 εκατ. ευρώ το 2027, 116 εκατ. ευρώ το 2028, 129 εκατ. ευρώ το 2029 και 140 εκατ. ευρώ το 2030.
Η πιο έντονη μεταβολή καταγράφεται από το 2031 και μετά. Σύμφωνα με τη Santander, το σύνολο των εισπράξεων ανεβαίνει στα 230 εκατ. ευρώ το 2031, στα 245 εκατ. ευρώ το 2032 και στα 293 εκατ. ευρώ το 2033, για να περάσει πάνω από τα 300 εκατ. ευρώ με 308 εκατ. ευρώ το 2034 και 318 εκατ. ευρώ το 2035. Στο ίδιο σημείο η έκθεση δίνει και τα δύο βασικά ορόσημα που εξηγούν τη διεύρυνση της «δεξαμενής» μερισμάτων. Η Santander αναφέρει ότι το Αεροδρόμιο Καστελίου αναμένεται να ξεκινήσει μερίσματα το 2028, ενώ για την Εγνατία Οδό σημειώνει ότι το πρώτο μέρισμα τοποθετείται το 2031. Πρόκειται για χρονιές-κλειδιά, καθώς από εκεί και πέρα αυξάνεται ο αριθμός των έργων που συνεισφέρουν ουσιαστικά στις διανομές, οδηγώντας το συνολικό ποσό σε επίπεδα άνω των 300 εκατ. ευρώ ετησίως στα μέσα της δεκαετίας.