Παρά τις επανειλημμένες δεσμεύσεις για δημοσιονομική πειθαρχία και έγκαιρη εξόφληση των υποχρεώσεων, το Δημόσιο εξακολουθεί να χρωστά πολλά στην πραγματική οικονομία. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, λειτουργώντας ως μόνιμη εστία πίεσης για τη ρευστότητα της αγοράς και υπονομεύοντας την αξιοπιστία του κράτους ως συναλλασσόμενου.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο διάστημα Ιανουαρίου – Νοεμβρίου τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα ανήλθαν στα 3,8 δισ. ευρώ. Η αδυναμία του κράτους να εξοφλήσει εγκαίρως προμηθευτές και δικαιούχους εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, την ώρα που οι μεταμνημονιακές δεσμεύσεις για μηδενισμό των οφειλών επαναλαμβάνονται σταθερά στις περιοδικές εκθέσεις των θεσμών.
Στο πλαίσιο αυτό, με πρόσφατη εγκύκλιό του ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Θάνος Πετραλιάς, καλεί νοσοκομεία, ΝΠΔΔ, οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και ΟΤΑ να προχωρήσουν χωρίς καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των χρεών τους. Για όσους δεν συμμορφωθούν προβλέπονται μέτρα, όπως η ένταξη σε καθεστώς στενής εποπτείας, ενώ για τους πλέον ασυνεπείς δεν αποκλείεται ακόμη και η τακτική δημοσιοποίηση των στοιχείων τους, ως μοχλός πίεσης για συμμόρφωση.
Θέλοντας να δείξει πρώτο ότι εφαρμόζει τους κανόνες, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δημοσιοποίησε στοιχεία που καταδεικνύουν ταχύτητα στις πληρωμές. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Υπουργείου περιορίζονται μόλις στα 167.000 ευρώ, με τον μέσο χρόνο πληρωμής να ανέρχεται σε 23 ημέρες, επτά ημέρες νωρίτερα από το ανώτατο όριο των 30 ημερών που προβλέπει η νομοθεσία, πέραν του οποίου υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας.
Από το περίπου 1 δισ. ευρώ που καταβλήθηκε εντός του 2025, τα 147 εκατ. ευρώ παρακρατήθηκαν μέσω φορολογικών υποχρεώσεων, γεγονός που ενίσχυσε άμεσα τη ρευστότητα των κρατικών ταμείων. Παράλληλα, το Υπουργείο προχώρησε σε ουσιαστικό περιορισμό των απευθείας αναθέσεων, μειώνοντάς τες από 120 σε 70 για το σύνολο του 2025, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη χρηστή διαχείριση των δημόσιων πόρων.
Η εικόνα των χρεών του Δημοσίου
Τα στοιχεία του Νοεμβρίου δείχνουν ότι τα χρέη του Δημοσίου προς τους προμηθευτές ανέρχονται σε 3,026 δισ. ευρώ, από 2,3 δισ. ευρώ στα τέλη Δεκεμβρίου 2024. Αν προστεθούν και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων ύψους 766 εκατ. ευρώ (από 708 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο), τότε ο συνολικός «λογαριασμός» διαμορφώνεται στα 3,79 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών προέρχεται από τον χώρο της Υγείας. Τα δημόσια νοσοκομεία οφείλουν συνολικά 1,683 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατακόρυφα σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024. Υπενθυμίζεται ότι το 2019 τα χρέη των νοσοκομείων ανέρχονταν μόλις σε 344 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τη δραματική επιδείνωση της κατάστασης.
Μικρή αύξηση καταγράφεται και στα ληξιπρόθεσμα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα οποία από 236 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο ανήλθαν σε 237 εκατ. ευρώ τον Νοέμβριο.
Αντίθετα, τα χρέη των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης παρουσίασαν οριακή μείωση, από 590 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο στα 582 εκατ. ευρώ.
Οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων αυξήθηκαν στα 766 εκατ. ευρώ από 708 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο. Από το σύνολο αυτό, τα 419 εκατ. ευρώ αφορούν επιστροφές άνω των 90 ημερών. Ωστόσο, τα 197 εκατ. ευρώ δεν διεκδικούνται από κανέναν, λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως η μη ανταπόκριση των δικαιούχων ή η μη προσκόμιση δικαιολογητικών. Το πραγματικά ληξιπρόθεσμο ποσό άνω των 90 ημερών διαμορφώνεται έτσι στα 222 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, εκκρεμούν επιπλέον 347 εκατ. ευρώ που δεν θεωρούνται ληξιπρόθεσμα, καθώς δεν έχει παρέλθει το όριο των 90 ημερών από την έκδοση του Ατομικού Φύλλου Έκπτωσης (ΑΦΕΚ). Από το σύνολο των εκκρεμών επιστροφών, τα 203 εκατ. ευρώ αφορούν άμεσους φόρους (κυρίως φόρο εισοδήματος), τα 460 εκατ. ευρώ έμμεσους φόρους, κατά κύριο λόγο ΦΠΑ, ενώ 4 εκατ. ευρώ αφορούν λοιπούς φόρους και 99 εκατ. ευρώ μη φορολογικά έσοδα.