Γιατί η ευρωπαϊκή φιλοξενία βρίσκει προσωπικό και η Ελλάδα όχι

Το Roadmap της HOTREC και οι πολιτικές που κάνουν τη διαφορά στην αγορά εργασίας της φιλοξενίας

Εργαζόμενη σε ξενοδοχείο © Freepik

Την ώρα που ο ευρωπαϊκός τουρισμός επιστρέφει σε ρυθμούς κανονικότητας, το πραγματικό του όριο δεν είναι η ζήτηση, αλλά η διαθεσιμότητα ανθρώπων.

Το νέο Roadmap της HOTREC καταγράφει μια εικόνα που απέχει από τις γενικεύσεις: οι ελλείψεις εργαζομένων στη φιλοξενία παραμένουν μεν δομικό πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη, αλλά η έντασή τους διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.

Και η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στη δύσκολη πλευρά της σύγκρισης.

Η φιλοξενία αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας. Περισσότερες από 2 εκατ. επιχειρήσεις, στην πλειονότητά τους πολύ μικρές, απασχολούν περίπου 10 εκατ. εργαζόμενους στην ΕΕ, συνεισφέροντας σχεδόν 2% της προστιθέμενης αξίας της επιχειρηματικής οικονομίας και το 8,5% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών.

Παρά τη δυναμική αυτήν, ο κλάδος λειτουργεί σήμερα με ένα μόνιμο έλλειμμα ανθρώπινου δυναμικού που, κατά μέσο όρο, αντιστοιχεί στο 10% του απαιτούμενου προσωπικού.

Ωστόσο, πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κρύβονται μεγάλες αποκλίσεις. Χώρες όπως η Φινλανδία, η Δανία, η Σουηδία και το Λουξεμβούργο εμφανίζουν σαφή βελτίωση σε σχέση με την περίοδο αμέσως μετά την πανδημία, έχοντας περιορίσει αισθητά τα κενά σε προσωπικό.

Αντίθετα, σε τουριστικά εξαρτώμενες οικονομίες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ αυτών η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ρουμανία, οι ελλείψεις παραμένουν επίμονες και λειτουργούν πλέον ως παράγοντας περιορισμού της αναπτυξιακής δυναμικής του κλάδου.

Η ελληνική εικόνα: Βελτίωση χωρίς σύγκλιση

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η HOTREC από τις εθνικές ενώσεις, το 2022 παρέμενε ακάλυπτο σχεδόν το 25% των θέσεων εργασίας στη φιλοξενία, δηλαδή περίπου 55.000 θέσεις.

Το 2025 η εικόνα είναι βελτιωμένη, αλλά όχι ανακουφιστική: το έλλειμμα περιορίζεται στο 14%, που αντιστοιχεί σε περισσότερες από 36.000 κενές θέσεις σε έναν κλάδο με περίπου 263.000 εργαζόμενους.

Η τάση δείχνει πρόοδο, αλλά όχι σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό πυρήνα. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία στην οποία ο τουρισμός δεν είναι απλώς ένας ακόμη κλάδος, αλλά βασικός πυλώνας απασχόλησης, εξαγωγικών εσόδων και περιφερειακής ανάπτυξης.

Η δυσκολία κάλυψης θέσεων δεν αφορά μόνο την αιχμή της σεζόν, αλλά όλο και περισσότερο επηρεάζει τη λειτουργία των επιχειρήσεων, την ποιότητα των υπηρεσιών και την ικανότητα απορρόφησης νέων επενδύσεων.

Τι έκαναν διαφορετικά οι άλλες χώρες

Το κρίσιμο ερώτημα που αναδεικνύει το Roadmap της HOTREC δεν είναι γιατί υπάρχει έλλειψη εργαζομένων, αυτό είναι κοινό σχεδόν παντού, αλλά γιατί ορισμένες χώρες κατάφεραν να τη διαχειριστούν αποτελεσματικότερα.

Στις σκανδιναβικές χώρες η φιλοξενία αντιμετωπίστηκε τα τελευταία χρόνια ως κανονική επαγγελματική διαδρομή και όχι ως προσωρινή λύση. Επενδύσεις σε σύγχρονα συστήματα οργάνωσης εργασίας, προβλέψιμα ωράρια, ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης προσωπικού και αναβαθμισμένα προγράμματα μαθητείας ενίσχυσαν τη δυνατότητα προσέλκυσης και διατήρησης εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή αποκλιμάκωση των ελλείψεων, ακόμη και σε αγορές με υψηλό κόστος ζωής.

Η Γερμανία επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στη διαφάνεια και στο employer branding. Η συνεργασία των ξενοδοχειακών ενώσεων με πλατφόρμες αξιολόγησης εργοδοτών, όπως το Kununu, στόχευσε στη βελτίωση της εικόνας του κλάδου και στη δημιουργία εμπιστοσύνης σε μια αγορά εργασίας που γίνεται όλο και πιο απαιτητική.

Στη Γαλλία, η απάντηση ήρθε μέσα από καινοτόμες πρακτικές προσλήψεων, όπως τα «pop-uprestaurants», όπου υποψήφιοι εργαζόμενοι δοκιμάζονται σε πραγματικές συνθήκες εργασίας, χωρίς τυπικά φίλτρα και μακρόσυρτες διαδικασίες. Το μοντέλο αυτό ενίσχυσε τη σύνδεση ανέργων και επιχειρήσεων και μείωσε το χάσμα δεξιοτήτων.

Το ελληνικό κενό πολιτικής

Στην Ελλάδα, αντίθετα, το πρόβλημα της στελέχωσης παραμένει εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο. Η έντονη εποχικότητα, η περιορισμένη διαθεσιμότητα προσιτής στέγασης για εργαζόμενους σε τουριστικές περιοχές, οι αργές διαδικασίες για την ένταξη εργαζομένων από τρίτες χώρες και η αποσπασματική σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας δημιουργούν ένα περιβάλλον που δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί άλλα ευρωπαϊκά μοντέλα.

Παράλληλα, εργαλεία που προωθούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το δίκτυο EURES για τη διασυνοριακή κινητικότητα ή το Ευρωπαϊκό Διαβατήριο Κοινωνικής Ασφάλισης(ESSPASS), παραμένουν υπο-αξιοποιημένα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η κινητικότητα εργατικού δυναμικού, εντός και εκτός ΕΕ, λειτουργεί πιο αργά απ’ ό,τι απαιτεί η αγορά.

Περισσότερο από μισθολογικό ζήτημα

Όπως επισημαίνει η HOTREC, η συζήτηση για τις ελλείψεις εργαζομένων συχνά εγκλωβίζεται αποκλειστικά στο ύψος των αμοιβών. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η εικόνα του κλάδου, οι συνθήκες εργασίας, η δυνατότητα εξέλιξης, η πρόσβαση σε συνεχή κατάρτιση και η οργάνωση της καθημερινότητας παίζουν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στις επιλογές των εργαζομένων, ιδιαίτερα των νεότερων ηλικιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες που επένδυσαν συστηματικά σε ψηφιακές, πράσινες και ανθρώπινες δεξιότητες και σε μηχανισμούς διαλόγου μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την αγορά εργασίας της φιλοξενίας. Όσες καθυστέρησαν πληρώνουν σήμερα το κόστος.

Το διακύβευμα για τον ελληνικό τουρισμό

Το Roadmap της HOTREC δεν αποδίδει ευθύνες, ούτε προσφέρει εύκολες λύσεις. Λειτουργεί όμως ως καθρέφτης διαφορετικών ταχυτήτων προσαρμογής. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ανθρώπων, αλλά η απουσία ενός πλαισίου που να καθιστά τη φιλοξενία ανταγωνιστική επιλογή εργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Καθώς οι επενδύσεις στον τουρισμό συνεχίζονται και οι απαιτήσεις των επισκεπτών αυξάνονται, η αγορά εργασίας αναδεικνύεται στον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας. Και αυτό δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό ζήτημα, αλλά ένας καθαρά οικονομικός περιορισμός, που θα καθορίσει το αν ο ελληνικός τουρισμός μπορεί να παραμείνει βιώσιμος και ανταγωνιστικός τα επόμενα χρόνια.