ΟΟΣΑ για εκπαίδευση στην Ελλάδα: Έλλειμμα αξιολόγησης, χαμηλοί μισθοί και λίγες ώρες διδασκαλίας – “Τρέξτε την ψηφιοποίηση”

Κίτρινη κάρτα ΟΟΣΑ για το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα. Οι διαχρονικές παθογένειες και τι πρέπει να αλλάξει στο ελληνικό σχολείο

Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων © EUROKINISSI

Αυτονομία του σχολείου, με λογοδοσία και ψηφιακή αξιοποίηση των εργαλείων και ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, προτείνει η έκθεση του ΟΟΣΑ που παραδόθηκε σήμερα στην υπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, με αφορμή την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έκθεσης του ΟΟΣΑ για τη Βελτίωση των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Ελλάδα, από κλιμάκιο του ΟΟΣΑ με επικεφαλής τον Andrea Schleicher.

Ως πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αναγνωρίζονται η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, οι μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών και η ψηφιακή μετάβαση.

Επισημαίνεται επίσης η επικαιροποίηση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών με έμφαση στην κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων, η υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση από 4 ετών που ενισχύει την προσβασιμότητα, οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και πλατφόρμες που υποστηρίζουν τη διδασκαλία και τη μάθηση, καθώς και η εισαγωγή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων και της πρώιμης εκμάθησης ξένων γλωσσών, που ενισχύουν τις διαθεματικές δεξιότητες.

Διακυμάνσεις στις επιδόσεις μαθητών

Ωστόσο, παρατηρούνται διακυμάνσεις στις επιδόσεις των μαθητών, ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, ενώ οι κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα.

Η συγκεντρωτική διακυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή ώστε να μην περιορίζει την προσαρμοστικότητα των σχολικών μονάδων στις τοπικές ανάγκες και έτσι να παρατηρείται ανομοιογένεια στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων μεταξύ περιφερειών. Παράλληλα, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή διδασκαλία χρήζει παραμένει περιορισμένη.

Ο ΟΟΣΑ συστήνει τη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, σε συνδυασμό με διασφάλιση εθνικής συνοχής και ισότητας, την ενδυνάμωση της ικανότητας εφαρμογής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο ώστε οι μεταρρυθμίσεις να αποτυπώνονται σε βελτιώσεις στην τάξη, καθώς και τη σαφή αποσαφήνιση ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων διακυβέρνησης.

Σύνδεση αξιολόγησης εκπαιδευτικών με σταδιοδρομία

Επισημαίνεται επίσης η ανάγκη ανάπτυξης συνεκτικών πλαισίων που συνδέουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και σταδιοδρομία, τη βελτίωση της πρόσβασης και της ποιότητας της προσχολικής εκπαίδευσης, ιδίως για τα παιδιά κάτω των 4 ετών, και τη διασφάλιση ουσιαστικής ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των ψηφιακών πρωτοβουλιών.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Στρατηγικό Σχέδιο 2025–2027 του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, το οποίο αναδεικνύει τον προγραμματισμό για την υλοποίηση των προτάσεων του ΟΟΣΑ και, γενικότερα, την ενίσχυση της εκπαίδευσης σε επίπεδο ισότητας, ποιότητας και καινοτομίας.

Σοφία Ζαχαράκη: Προχωράμε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην παιδεία

«Η Ελλάδα εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο μεταρρυθμίσεων, μέσα από τις αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη, οι δημογραφικές εξελίξεις και η αυξανόμενη κοινωνική πολυπλοκότητα. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εντάσσονται στο Στρατηγικό Σχέδιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης 2025–2027, το οποίο θέτει σαφείς προτεραιότητες και στόχους για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων, την ορθολογική αλληλουχία των μεταρρυθμίσεων και τη συνεχή βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, της ισότητας και της ανθεκτικότητας του συστήματος. Αυτό προϋποθέτει θεσμική συνέχεια, πολιτικές βασισμένες σε δεδομένα, διάλογο και συναίνεση» σημειώνει η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη με αφορμή την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έκθεσης του ΟΟΣΑ.

Η Σοφία Ζαχαράκη υπογραμμίζει ότι η σχετική έκθεση επιβεβαιώνει ότι η χώρα κινείται σε θετικό έδαφος, με ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ώστε το εκπαιδευτικό σύστημα να διασφαλίζει ποιότητα και ισότητα, ενώ ταυτόχρονα υποδεικνύει με σαφήνεια πού απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια.

«Εκτιμούμε αυτή τη συνεργασία με τον ΟΟΣΑ όχι απλώς ως εξωτερική αξιολόγηση, αλλά ως μια κοινή προσπάθεια για τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων» τονίζει η Υπουργός Παιδείας επισημαίνοντας ότι ο εθνικός διάλογος που επίκειται – ευρύς και πολύμηνος- στοχεύει στην προώθηση μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν σε πραγματικά μαθησιακά οφέλη, μείωση των ανισοτήτων δημιουργία ενός ανθεκτικού και σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος.

Ήδη προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργούν παρεμβάσεις που στηρίζουν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην πράξη όπως το, eParents, EduPlan, EduQuality και EduContact.

Συνεκτικό εθνικό πλαίσιο επιμόρφωσης

Και τόνισε ότι «αναπτύσσουμε ένα συνεκτικό εθνικό πλαίσιο επιμόρφωσης, με στόχο να αποκτήσουν οι εκπαιδευτικοί μας, σύγχρονη γνώση και εργαλεία, αλλά και επαγγελματική αυτοπεποίθηση. Είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές της εκπαίδευσης, οι φορείς της ουσιαστικής και ποιοτικής αλλαγής. Η προσπάθεια αυτή υποστηρίζεται από εργαλεία βασισμένα σε τεκμήρια, όπως το εργαλείο αυτοαξιολόγησης για τη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών στα σχολεία, το SELFIE, στο οποίο οι Έλληνες εκπαιδευτικοί συγκαταλέγονται στους πιο ενεργούς συμμετέχοντες στην Ευρώπη»

Και επίσης ότι «…το υπουργείο Παιδείας προχωρά η ανάπτυξη του Μητρώου Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών του ΙΕΠ, ώστε οι εκπαιδευτικοί να έχουν ένα ενιαίο σημείο για εγγραφές, portfolio και συμμετοχή σε δράσεις, με κοινά ποιοτικά κριτήρια».

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας απαιτείται:

Υποστήριξη του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού και πως η αξιολόγηση θα φέρει επαγγελματική ανάπτυξη

Η δημιουργία νέων ρόλων (όπως οι μέντορες και οι συντονιστές), η αύξηση του αριθμού των μόνιμων διορισμών και το πρόσφατα εισαγόμενο σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών αντιπροσωπεύουν σημαντικά βήματα προς την ανύψωση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Ωστόσο, δεδομένων των δημογραφικών πιέσεων, το σύστημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς και η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην επαγγελματική μάθηση υψηλής ποιότητας παραμένει περιορισμένη.

Το νέο σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών παρέχει ένα πολλά υποσχόμενο θεμέλιο, αλλά είναι ενεργητικό για τους πόρους και δεν συνδέεται ακόμη συστηματικά με την επαγγελματική μάθηση των εκπαιδευτικών ή με τις διαδικασίες βελτίωσης των σχολείων.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει επί του παρόντος ένα ευρέως αναγνωρισμένο πλαίσιο που καθορίζει τη διδασκαλία υψηλής ποιότητας, το οποίο περιορίζει τη συνοχή σε όλη την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, την αξιολόγηση, την επαγγελματική μάθηση και την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας.

Συνθήκες εργασίας εκπαιδευτικών

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχουν σημαδευτεί από μια δεκαετή οικονομική κρίση που ξεκίνησε στα τέλη του 2009. Η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση —κατά την οποία το ΑΕΠ μειώθηκε ετησίως κατά μέσο όρο σχεδόν 4% μεταξύ 2009 και 2015— καθώς και η αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ επέβαλαν σημαντικούς περιορισμούς στις δημόσιες δαπάνες.

Παρότι η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας υπερέβη εκείνη της ευρωζώνης από τις αρχές του 2021, οι επιπτώσεις της κρίσης εξακολουθούν να υφίστανται . Οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση δεν αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και οι μισθοί των εκπαιδευτικών πάγωσαν για δύο έτη, το 2016 και το 2017.

Επιπλέον, ο αριθμός των νέων εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου στο δημόσιο (όπως ήταν τυπικό για τους πλήρως καταρτισμένους εκπαιδευτικούς) μειώθηκε δραστικά, με ελάχιστους ή καθόλου μόνιμους διορισμούς από το σχολικό έτος 2010/11 έως και το 2018/2019. Κατά την περίοδο αυτή, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονταν ως μη μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως «αναπληρωτές εκπαιδευτικοί» .

Οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών έχουν έκτοτε επανεκκινήσει, με περίπου 48.000 μόνιμους εκπαιδευτικούς να έχουν διοριστεί από το 2020 . Ενώ οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν 12 μηνιαίες μισθολογικές καταβολές ετησίως, οι αναπληρωτές προσλαμβάνονται και αμείβονται για 10 από τους 12 μήνες.

Προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των μόνιμων διορισμών διατηρώντας τη δημοσιονομική ουδετερότητα, το Υπουργείο προσέλαβε 10 νέους μόνιμους εκπαιδευτικούς για κάθε 12 αποχωρούντες αναπληρωτές το σχολικό έτος 2024/25.

Λίγες ώρες διδασκαλίας έχουν οι Ελληνες εκπαιδευτικοί

Ο χρόνος εργασίας των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα ρυθμίζεται κεντρικά βάσει των διδακτικών τους ωρών και του χρόνου κατά τον οποίο υποχρεούνται να βρίσκονται στο σχολείο (σε αντίθεση με τον συνολικό χρόνο εργασίας τους).

Οι εκπαιδευτικοί στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση υποχρεούνται να παρευρίσκονται στο σχολείο τους έως έξι ώρες ανά εργάσιμη ημέρα ή 30 ώρες την εβδομάδα, προκειμένου να εκτελούν διδακτικά ή μη διδακτικά καθήκοντα που τους ανατίθενται από τον διευθυντή.

Αυτό αντιστοιχεί σε συνολικό ετήσιο χρόνο υποχρεωτικής παρουσίας στο σχολείο 1.110 ώρες στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και 1.158 ώρες στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Χαμηλές οι διδακτικές ώρες στην Ελλάδα

Οι προβλεπόμενες διδακτικές ώρες στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλές σε διεθνή σύγκριση και μειώνονται με την εμπειρία των εκπαιδευτικών. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι εκπαιδευτικοί σε μικρά σχολεία (έως 3 τάξεις) έχουν 25 εβδομαδιαίες διδακτικές ώρες.

Οι εκπαιδευτικοί σε μεγαλύτερα δημοτικά σχολεία έχουν 24 διδακτικές ώρες την εβδομάδα και επωφελούνται από μείωση κατά μία ώρα στο διδακτικό τους ωράριο μετά από 10, 15 και 20 έτη υπηρεσίας. Αυτό αντιστοιχεί σε έναν τυπικό καθαρό ετήσιο χρόνο διδασκαλίας 661 ωρών (σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ των 773 ωρών).

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι εκπαιδευτικοί έχουν 23 εβδομαδιαίες διδακτικές ώρες στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, οι οποίες μειώνονται σε 21 ώρες μετά από έξι έτη υπηρεσίας και σε 20 ώρες μετά από 12 έτη υπηρεσίας.

Όπως και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι έμπειροι εκπαιδευτικοί έχουν λιγότερο χρόνο επαφής με τους μαθητές. Ο τυπικός καθαρός ετήσιος χρόνος διδασκαλίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι 613 ώρες (σε σύγκριση με τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ των 706 ωρών στη κατώτερη δευτεροβάθμια και 679 ωρών στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση).

Υψηλό το διδακτικό ωράριο των διευθυντών

Το διδακτικό ωράριο των διευθυντών σχολικών μονάδων στην Ελλάδα είναι σχετικά υψηλό σε διεθνή σύγκριση, παρότι οι θεσμοθετημένες απαιτήσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ποικίλλουν σημαντικά (με τα ανώτατα ετήσια διδακτικά καθήκοντα να κυμαίνονται από 28% έως 87% εκείνων των εκπαιδευτικών, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της σχολικής μονάδας).

Οι διευθυντές μεγάλων δημοτικών σχολείων (με 12 ή περισσότερα τμήματα) στην Ελλάδα υποχρεούνται να διδάσκουν 6 ώρες την εβδομάδα, ενώ στα μικρότερα δημοτικά σχολεία το ωράριο αυτό αυξάνεται έως και τις 18 ώρες.

Οι διευθυντές δευτεροβάθμιων σχολείων υποχρεούνται να διδάσκουν από 5 έως 10 ώρες την εβδομάδα, ανάλογα με το μέγεθος του σχολείου τους. Οι εκπαιδευτικοί που επιλέγονται ως υποδιευθυντές στα δημοτικά σχολεία συνεχίζουν να διδάσκουν σχεδόν πλήρες ωράριο, με μείωση μόλις δύο ωρών. Οι υποδιευθυντές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση διδάσκουν 16 ώρες την εβδομάδα.

Εθνικό πλαίσιο ικανοτήτων για εκπαιδευτικούς

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ συστήνεται ευθυγράμμιση εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας. Ένα εθνικό πλαίσιο ικανοτήτων για τους εκπαιδευτικούς και τους διευθυντές σχολείων θα αποσαφηνίσει τις προσδοκίες σε διαφορετικά στάδια σταδιοδρομίας και θα καθοδηγήσει τις βελτιώσεις σε όλη την επαγγελματική ανάπτυξη, την αξιολόγηση και την ηγεσία του σχολείου.

Ενίσχυση της επαγγελματικής μάθησης με βάση το σχολείο, η ενίσχυση του ρόλου των μέντορων και των συντονιστών και η διασφάλιση ότι η αξιολόγηση υποστηρίζει τη συνεχή βελτίωση θα είναι κεντρικής σημασίας για την οικοδόμηση ενός πιο συνεκτικού, βιώσιμου και αποτελεσματικού επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Μείωση μισθών το 2010

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι μισθοί των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα είναι ενιαίοι από την προσχολική έως και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εξαρτώνται αποκλειστικά από τα έτη υπηρεσίας και τα τυπικά προσόντα.

Οι πραγματικοί μισθοί των εκπαιδευτικών μειώθηκαν κατά 35% από το 2010, έτος κορύφωσης πριν την οικονομική κρίση. Η μείωση αυτή καταγράφεται σε όλες τις βαθμίδες (Πρωτοβάθμια, Γυμνάσιο, Λύκειο) και αφορά εκπαιδευτικούς με τα συνηθέστερα προσόντα και 15 έτη προϋπηρεσίας.

Το 2023, οι μέσες ετήσιες αποδοχές καθηγητών Γυμνασίου στην Ελλάδα ανήλθαν περίπου στις 32.000 δολάρια (PPP), γεγονός που κατατάσσει τη χώρα δεύτερη από το τέλος μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί αμείβονται πολύ λιγότερο από άλλους εργαζόμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση.Το 2024 οι εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας, Γυμνασίου και Λυκείου λάμβαναν μόλις το 69% έως 72% των αποδοχών ενός μέσου πτυχιούχου, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ κυμαίνεται μεταξύ 81% και 83%.

Η μισθολογική εξέλιξη κοντά στον διεθνή μέσο όρο

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η μισθολογική εξέλιξη κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα κινείται κοντά στον διεθνή μέσο όρο.Μετά από 15 έτη υπηρεσίας, ο μισθός αυξάνεται κατά 32% σε σχέση με τον αρχικό, ποσοστό κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (35%),το ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο είναι 97% υψηλότερο από τον εισαγωγικό μισθό, ποσοστό σαφώς υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (64%).

Οι διευθυντές σχολικών μονάδων λαμβάνουν μηνιαίο επίδομα από 215 έως 501 ευρώ, ανάλογα με τη βαθμίδα και το μέγεθος της σχολικής μονάδας Επιπλέον, προβλέπεται επίδομα 100 ευρώ μηνιαίως για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε παραμεθόριες ή απομακρυσμένες περιοχές, χωρίς ωστόσο να καλύπτεται το πραγματικό κόστος διαβίωσης σε πολλά νησιά.

Μικρά τμήματα

Η ελληνική νομοθεσία ορίζει ελάχιστο και μέγιστο αριθμό μαθητών ανά τάξη: Δημοτικό: 15 έως 25 μαθητές (σε σχολεία με τουλάχιστον 7 τμήματα),Γυμνάσιο και ΓΕΛ: έως 27 μαθητές, με δυνατότητα αύξησης κατά 10%.Σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλούς δείκτες μαθητών ανά εκπαιδευτικό: Πρωτοβάθμια: 7,9 μαθητές ανά εκπαιδευτικό (ΟΟΣΑ: 14),Δευτεροβάθμια: 8,7 (ΟΟΣΑ: 12,7).
Αντίστοιχα, το μέσο μέγεθος τάξης είναι: 17 μαθητές στο Δημοτικό,22 μαθητές στο Γυμνάσιο/Λύκειο/23.

Τι λέει ο ΟΟΣΑ για το Ψηφιακό Σχολείο

Η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει την ισότιμη πρόσβαση στα ψηφιακά εργαλεία, συνδυάζοντας μια συνεκτική εθνική στρατηγική πρόσβασης με μεγαλύτερη ευελιξία σε επίπεδο σχολικής μονάδας για την επιλογή κατάλληλων λύσεων.

Η επέκταση της παροχής συσκευών, η βελτίωση της συνδεσιμότητας, η στοχευμένη υποστήριξη των μειονεκτούντων μαθητών και η προτεραιοποίηση των απομακρυσμένων περιοχών θα διασφαλίσουν ότι όλοι οι μαθητές μπορούν να επωφεληθούν από την ψηφιακή μάθηση.

Σαφείς στόχοι, υποδομές χωρίς αποκλεισμούς και συντονισμένος σχεδιασμός θα συμβάλουν στη διατήρηση της τοπικής καινοτομίας, μειώνοντας παράλληλα τα υφιστάμενα χάσματα πρόσβασης.