Toυς λόγους που η αγορά εργασίας στην Ελλάδα παραμένει «χαλαρή», παρότι πλησιάζει την πλήρη απασχόληση, εξηγεί η Eurobank, σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της, «7 Ημέρες Οικονομία» με τίτλο: Αποτελεσματικό ποσοστό ανεργίας και χάσμα ανεργίας. Η περίπτωση της Ελλάδας. Το χάσμα ανεργίας έχει περιοριστεί αισθητά μετά το 2020, αλλά παραμένει θετικό, υποδηλώνοντας απόσταση από την πλήρη απασχόληση. «Η επίτευξη πλήρους απασχόλησης προϋποθέτει τη διεύρυνση της συμμετοχής περισσοτέρων ατόμων στην αγορά εργασίας και την καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων τους με αυτές που αναζητά η αγορά εργασίας», τονίζει η τράπεζα
Ειδικότερα, όπως εξηγούν οι αναλυτές της τράπεζας, βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής, εκτός από την άνοδο του ΑΕΠ και τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα (π.χ. στο 2% στο μεσοπρόθεσμο διάστημα στην περίπτωση των χωρών της Ευρωζώνης, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) είναι και η διατήρηση της οικονομίας σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ΗΠΑ όπου ένας από τους στόχους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) είναι η επίτευξη μέγιστης απασχόλησης.
Σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της Fed, η μέγιστη απασχόληση είναι το υψηλότερο επίπεδο απασχόλησης ή το χαμηλότερο επίπεδο ανεργίας που μπορεί να διατηρήσει η οικονομία εντός ενός πλαισίου σταθερότητας των τιμών. Σχετικά με το στόχο της μέγιστης απασχόλησης/χαμηλού επιπέδου ανεργίας, η βιβλιογραφία διερευνώντας τη στενότητα ή χαλαρότητα στην αγορά εργασίας εξετάζει κατά πόσο η οικονομία τον επιτυγχάνει.
Σε άρθρο τους οι Michaillat & Saez (2022) για την περίπτωση των ΗΠΑ προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα αν μια αγορά εργασίας λειτουργεί αποτελεσματικά (efficiently) -δηλαδή σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης- και αν δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, πόσο μακριά βρίσκεται από την αποτελεσματικότητα. Για το σκοπό αυτό πρότειναν ένα μέτρο που λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η ανεργία συνεπάγεται κόστος για την οικονομία. Το κόστος αυτό προέρχεται, αφενός, από την αδράνεια των ανέργων η οποία οδηγεί σε χαμηλότερο παραγόμενο προϊόν στην οικονομία.
Αφετέρου προκύπτει από τη διαδικασία κάλυψης των κενών θέσεων εργασίας με ανέργους, κατά την οποία δαπανούνται πόροι σε μια μη άμεσα παραγωγική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να παράγεται και πάλι χαμηλότερο προϊόν. Αυτό κατά τους συγγραφείς οδηγεί στην έννοια του αποτελεσματικού ποσοστού ανεργίας (u*), δηλαδή του ποσοστού ανεργίας που ελαχιστοποιεί την μη παραγωγική χρήση της εργασίας (nonproductive use of labour), η οποία με τη σειρά της υπολογίζεται επαρκώς από τον αριθμό των ατόμων που αναζητούν εργασία (U) και τις κενές θέσεις εργασίας (V). Υποστηρίζουν δε ότι ο κοινωνικός στόχος (social objective) είναι η ελαχιστοποίηση του αθροίσματος της ανεργίας και των κενών θέσεων εργασίας (U+V) υπό τον περιορισμό της καμπύλης Beveridge, η οποία δείχνει ότι δεν είναι δυνατόν να μειωθούν ταυτόχρονα τόσο η ανεργία όσο και οι κενές θέσεις εργασίας.

Το μέτρο που προτείνουν οι Michaillat & Saez (2022), δηλαδή η αποτελεσματική ανεργία (u*), ισούται με τον γεωμετρικό μέσο του ποσοστού ανεργίας (u) και του ποσοστού κενών θέσεων εργασίας (v), δηλαδή u^*=√(u*v). Λαμβάνοντας υπόψη τη συμμετρική σχέση μεταξύ ανεργίας και κενών θέσεων εργασίας (αφού η αύξηση του πρώτου μεγέθους συνεπάγεται μείωση του δεύτερου, και αντίστροφα) και τον ορισμό της αποτελεσματικής ανεργίας, σύμφωνα με τους συγγραφείς ισχύουν τα ακόλουθα:
όταν το ποσοστό ανεργίας είναι υψηλότερο από το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας, δηλαδή όταν u>v ή όταν το ποσοστό ανεργίας είναι υψηλότερο από την αποτελεσματική ανεργία, δηλαδή όταν (δηλαδή το επονομαζόμενο κατά τους συγγραφείς χάσμα ανεργίας είναι θετικό, ), τότε η αγορά εργασίας είναι χαλαρή (inefficiently slack)
όταν το ποσοστό ανεργίας είναι χαμηλότερο από το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας, δηλαδή όταν uσφικτή (inefficiently tight).
όταν το ποσοστό ανεργίας είναι ίσο με το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας, δηλαδή όταν u=v ή όταν το ποσοστό ανεργίας είναι ίσο με την αποτελεσματική ανεργία, δηλαδή όταν (δηλαδή το επονομαζόμενο κατά τους συγγραφείς χάσμα ανεργίας είναι ίσο με το μηδέν, ), τότε η αγορά εργασίας είναι αποτελεσματική (efficient) και η οικονομία βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Κατά τους συγγραφείς, η αποτελεσματική ανεργία είναι ένας ικανοποιητικός δείκτης πλήρους απασχόλησης και αποτελεί το κοινωνικά επιθυμητό επίπεδο ανεργίας, καθώς ελαχιστοποιεί τη μη παραγωγική χρήση της εργασίας δηλαδή τη σπατάλη πόρων λόγω της ανεργίας αλλά και της διαδικασίας κάλυψης των κενών θέσεων.
Χρησιμοποιώντας δεδομένα της Eurostat για το ποσοστό ανεργίας (u) και το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας (v) στην Ελλάδα για την περίοδο α’ τρίμ. 2009-γ’ τρίμ. 2025, για τους κλάδους Β-Σ, δηλαδή για το σύνολο σχεδόν της οικονομίας, κατασκευάστηκε αρχικά η καμπύλη αποτελεσματικής ανεργίας. Σημειώνεται ότι το ποσοστό ανεργίας ορίζεται ως ο αριθμός των ανέργων προς το εργατικό δυναμικό και το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας ορίζεται ως ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας προς το άθροισμα κενών θέσεων εργασίας και των κατειλημμένων θέσεων εργασίας.
Όπως προκύπτει από το Διάγραμμα 1 η καμπύλη αποτελεσματικής ανεργίας παρουσιάζει αρκετές διακυμάνσεις ενώ από το 2018 ακολουθεί καθοδική πορεία η οποία αντιστρέφεται από το 2020 και μετά. Παράλληλα το μέσο ποσοστό αποτελεσματικής ανεργίας την υπό εξέταση περίοδο διαμορφώνεται σε 3,8%. Συγκριτικά με τη μελέτη των Michaillat & Saez (2022) για τις ΗΠΑ την περίοδο α’ τρίμ. 1930- α’ τρίμ. 2022 η καμπύλη για την Ελλάδα – αν και καλύπτει σημαντικά μικρότερη χρονική περίοδο – παρουσιάζει εντονότερες διακυμάνσεις.
Έχοντας υπολογίσει την αποτελεσματική ανεργία, μπορεί να υπολογιστεί το χάσμα ανεργίας, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του πραγματικού ποσοστού ανεργίας και της αποτελεσματικής ανεργίας (u-u^*). Από το Διάγραμμα 2 προκύπτει καταρχάς ότι στην Ελλάδα το χάσμα ανεργίας την υπό εξέταση περίοδο δεν είναι ποτέ ίσο με το μηδέν ή αρνητικό. Το ότι δεν είναι ποτέ ίσο με το μηδέν δείχνει ότι η αγορά εργασίας στην Ελλάδα δεν είναι αποτελεσματική τη συγκεκριμένη περίοδο. Όμως είναι πάντα θετικό, που σημαίνει ότι η αγορά εργασίας είναι χαλαρή (inefficiently slack).
Το χάσμα ανεργίας έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα του, όπως είναι αναμενόμενο, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης ενώ στη συνέχεια περιορίζεται και επιστρέφει στα προ κρίσης επίπεδα. Ιδίως μετά το 2020 το χάσμα ανεργίας -και κατά συνέπεια και η χαλαρότητα της αγοράς εργασίας- μειώνεται σημαντικά. Ωστόσο, το επίμονο χάσμα ανεργίας -παρά τη συρρίκνωσή του- δείχνει ότι η ελληνική οικονομία απέχει από την επίτευξη αποτελεσματικότητας στην αγορά εργασίας, όπως την ορίζουν οι Michaillat & Saez (2022).

Η παραπάνω σύντομη ανάλυση δείχνει ότι η χαλαρότητα στο σύνολο της ελληνικής αγοράς εργασίας έχει περιοριστεί σημαντικά και ότι προσεγγίζεται το σημείο όπου κατά τους Michaillat & Saez (2022) το ποσοστό ανεργίας διαμορφώνεται σε επίπεδο όπου ελαχιστοποιείται το άθροισμα των ανέργων και των κενών θέσεων εργασίας και η αγορά εργασίας καθίσταται αποτελεσματική. Ωστόσο υπάρχουν επιμέρους κλάδοι που βιώνουν, το αντίθετο, δηλαδή σύσφιγξη, καθώς οι επιχειρήσεις τους συναντούν δυσκολίες στην εύρεση απασχολούμενων με συγκεκριμένο μίγμα δεξιοτήτων.
Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και των αναγκών της αγοράς εργασίας εκδηλώνεται εντονότερα σε κλάδους που μακροχρόνια θα συμβάλουν στην επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, όπως π.χ. η μεταποίηση, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, ο τουρισμός, οι κατασκευές. Η συγκεκριμένη αναντιστοιχία υπονομεύει την παραγωγικότητα, περιορίζει την ικανότητα προσαρμογής των επιχειρήσεων στις διαρθρωτικές αλλαγές της οικονομίας και αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης της επαγγελματικής κατάρτισης, της δια βίου μάθησης και της σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Παράλληλα, αν και το ποσοστό ανεργίας συνεχίζει να μειώνεται, έχει περιοριστεί ο ετήσιος ρυθμός συρρίκνωσής του. Η ανεργία εξακολουθεί να πλήττει δυσανάλογα και άτομα νεαρής ηλικίας, γυναίκες, μακροχρόνια ανέργους καθώς και άτομα με αναπηρία. Στην Ελλάδα τα ποσοστά συμμετοχής των νέων και των γυναικών στην αγορά εργασίας κατά την υπό εξέταση περίοδο είναι χαμηλότερα από αυτά της Ε.Ε. ενώ τα μέσα ποσοστά της συγκεκριμένης περιόδου είναι από τα χαμηλότερα μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε. Παρόμοια είναι η εικόνα και για τη μακροχρόνια ανεργία.
Η Ελλάδα, σχεδόν όλη την υπό εξέταση περίοδο, εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας συγκριτικά με το μ.ο. της Ε.Ε. και το μέσο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας είναι το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε. Συνεπώς, η περαιτέρω μείωση της ανεργίας και η μετάβαση σε καθεστώς αποτελεσματικής αγοράς εργασίας ή με άλλα λόγια η επίτευξη πλήρους απασχόλησης προϋποθέτει και τη διεύρυνση της συμμετοχής περισσοτέρων ατόμων στην αγορά εργασίας και την καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων τους με αυτές που αναζητά η αγορά εργασίας.