Σήμα κινδύνου για τη βιωσιμότητα των μικρών και μεσαίων πρατηρίων υγρών καυσίμων εκπέμπουν οι φορείς του κλάδου, περιγράφοντας ένα τοπίο «άναρχης αγοράς», υπέρμετρης φορολογικής πίεσης και στρεβλού ανταγωνισμού, που επιταχύνει τη συγκέντρωση σε λίγους ισχυρούς παίκτες και βάζει λουκέτο σε δεκάδες οικογενειακές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι παραπάνω επισημάνσεις διατυπώθηκαν σε κοινή συνέντευξη τύπου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων (ΠΟΠΕΚ).
O πρόεδρος του ΕΕΘ, Κυριάκος Μερελής, υποστήριξε ότι η αγορά των πρατηρίων υγρών καυσίμων έχει μετατραπεί σε «Φαρ Ουέστ», με το λαθρεμπόριο και την παραβατικότητα να είναι κεντρικό θέμα, ενώ οι υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις και οι σημαντικές διαφορές τιμών με γειτονικές χώρες, ενισχύουν τις στρεβλώσεις και στερούν έσοδα από το κράτος.
Οι λύσεις που ζητήθηκαν για τον έλεγχο και τη στήριξη των μεσαίων πρατηρίων υγρών καυσίμων
Ο κ. Μερελής ζήτησε στοχευμένες πολιτικές λύσεις, όπως μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του ΦΠΑ, καθώς και ουσιαστική κρατική και ευρωπαϊκή στήριξη για την ενεργειακή μετάβαση και την προσαρμογή στα νέα μέτρα. «Χωρίς άμεσες παρεμβάσεις, η αγορά κινδυνεύει με περαιτέρω συρρίκνωση και νέο κύμα λουκέτων στα μικρά πρατήρια», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων εξαρτάται από άμεσες και συντονισμένες ενέργειες της πολιτείας.
Παράλληλα, ζήτησε την υιοθέτηση voucher, ώστε οι επαγγελματίες να εφαρμόσουν τα νέα μέτρα χωρίς να αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου το κόστος. «Η επιδότηση του αγροτικού πετρελαίου δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος των βενζινοπωλών», επανέλαβε.
Ο πρόεδρος της ΠΟΠΕΚ, Θέμης Κιουρτζής, τόνισε ότι περίπου τα 2/3 της τιμής της αμόλυβδης, γύρω στο 1,10 ευρώ όταν η τιμή φτάνει 1,70 ευρώ/λίτρο – αφορούν ΕΦΚ και ΦΠΑ, ενισχύοντας την παράνομη διακίνηση καυσίμων.
Σημείωσε ότι τα ιδιωτικά πρατήρια, αριθμητικά περισσότερα από τα δημόσια, διαθέτουν δεξαμενές «φαντάσματα», μη χαρτογραφημένες και συχνά γεμάτες παράνομα καύσιμα, δημιουργώντας σαθρό ανταγωνισμό και προωθώντας την έξοδο μικρών πρατηρίων.
«Όπου δεν υπάρχει σύστημα εισροών – εκροών, η παράνομη διακίνηση ανθίζει», ανέφερε, προσθέτοντας ότι τα φθηνά καύσιμα από γειτονικές χώρες, καταλήγουν σε ανεξέλεγκτες διαδρομές, αντί να διοχετευθούν στα νόμιμα οικογενειακά πρατήρια. Το φαινόμενο αυτό επιταχύνει τη συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους ισχυρούς παίκτες, αφήνοντας τους μικρούς εκτός παιχνιδιού και φέρνοντας τον κίνδυνο ολιγοπωλίου πιο κοντά.
Για το αγροτικό πετρέλαιο, ο κ. Κιουρτζής ξεκαθάρισε ότι οι πρατηριούχοι δεν αρνούνται τη στήριξη των αγροτών, αλλά δεν μπορούν να προχρηματοδοτούν την επιστροφή του ΕΦΚ.
«Η επιδότηση πρέπει να πηγαίνει απευθείας στον αγρότη και όχι από τα χρήματα των βενζινοπωλών», σημείωσε. Σχετικά με τα πρατήρια σε λιμάνια, προειδοποίησε ότι χωρίς μεταβατικές λύσεις, σκάφη άνω των 8 μέτρων ενδέχεται να μείνουν δεμένα, λόγω έλλειψης αδειοδοτημένων σημείων ανεφοδιασμού.
Ο κ. Κιουρτζής δήλωσε, ότι ο κλάδος στηρίζει το σύστημα εισροών – εκροών 2, ζητώντας όμως επιδότηση για την εγκατάστασή του, υπογραμμίζοντας ότι οι πρατηριούχοι δεν μπορούν να χρηματοδοτούν συνεχώς τον ελεγκτικό μηχανισμό της πολιτείας.
Η κρίση στον κλάδο σε αριθμούς
Την τελευταία δεκαετία, όπως σημείωσε ο κ. Θέμης Κιουρτζής, έχουν αποχωρήσει από την αγορά 3.500 μικροί πρατηριούχοι, κυρίως από την επαρχία, ενώ η επιβάρυνση των βενζινοπωλών με την επιστροφή του ΕΦΚ για το αγροτικό πετρέλαιο έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια.
Πρότεινε την εφαρμογή ενός «fuel pass» ή μιας κάρτας πολίτη σε συνδυασμό με μείωση του ΕΦΚ, ώστε οι καταναλωτές που ζουν κοντά στα σύνορα να μην στρέφονται σε φθηνότερα καύσιμα στο εξωτερικό και ταυτόχρονα να ενισχυθούν οι τοπικές οικονομίες.
«Πρέπει να βγάλουμε τα βυτία μας στο δρόμο για να μας ακούσει η κυβέρνηση; Είμαστε παράνομοι, αόρατοι;», διερωτήθηκε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο κινητοποιήσεων εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση στο αίτημά τους να μην επιβαρυνθούν οι πρατηριούχοι για την επιδότηση του αγροτικού πετρελαίου.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ένωσης Βενζινοπωλών Θεσσαλονίκης, Χρήστος Σταυράκης, επισήμανε ότι κάθε πρατήριο χρειάζεται περίπου 20.000 ευρώ για να ανταπεξέλθει στα νέα μέτρα.
Είπε επίσης ότι στην επαρχία, πολλά πρατήρια έχουν ήδη κλείσει, ενώ στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία τρία χρόνια έκλεισαν 68-70 και άλλα 40 κινδυνεύουν να ακολουθήσουν. Παράλληλα πρόσθεσε ότι από τα συνολικά 450 πρατήρια της πόλης, μαζί με τα εταιρικά, πάνω από 50 λειτουργούν παράνομα.