Ευρωζώνη: Ο φόβος του ενεργειακού σοκ απειλεί ανάκαμψη και πληθωρισμό

Ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή μπορεί να αυξήσει τον πληθωρισμό και να μειώσει την ανάπτυξη στην ευρωζώνη, προειδοποιεί ο Φίλιπ Λέιν της ΕΚΤ

Φίλιπ Λέιν © EPA/ERIK S. LESSER

Οι επόμενες εβδομάδες ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικές για την πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου ενεργειακού σοκ. Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν και τα αντίποινα της Τεχεράνης έχουν ήδη πυροδοτήσει έντονη μεταβλητότητα στις αγορές ενέργειας, με το πετρέλαιο να εκτινάσσεται πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι και τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη να καταγράφουν απότομες αυξήσεις. Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον σε κυβερνήσεις, κεντρικούς τραπεζίτες και επενδυτές είναι αν πρόκειται για μια βραχυπρόθεσμη αναταραχή ή για την απαρχή μιας πιο παρατεταμένης κρίσης που θα πλήξει την ανάπτυξη και θα αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Οι επόμενες τέσσερις εβδομάδες θα καθορίσουν αν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε νέα κρίση ή απλώς σε μια επιταχυνόμενη φάση ανάκαμψης, σύμφωνα με αναλυτές.

Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη. Η ευρωζώνη είχε αρχίσει να εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης, με τη δημοσιονομική χαλάρωση στη Γερμανία και σε άλλες χώρες να στηρίζει μια μέτρια ανάκαμψη και τον πληθωρισμό να συγκλίνει προς τον στόχο του 2%. Οι τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τοποθετούν την ανάπτυξη στο 1,4% το επόμενο έτος, από 1,2% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί ελαφρώς κάτω από τον στόχο έως το 2028.

Ωστόσο, η εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές ενέργειας -και ειδικά από τις ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου- καθιστά την ήπειρο ιδιαίτερα ευάλωτη. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, μια διακοπή ή παρατεταμένη αναστάτωση στις ροές θα μπορούσε να ωθήσει το πετρέλαιο ακόμη και πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με άμεσες συνέπειες στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές καταναλωτή.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Morgan Stanley, μια μόνιμη αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια το βαρέλι θα ενίσχυε τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κατά περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ θα περιόριζε την ανάπτυξη κατά 0,15 μονάδες. Παρόμοιες αναλύσεις της ΕΚΤ δείχνουν ότι ένα επίμονο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να οδηγήσει σε «σημαντική αύξηση» του ενεργειακού πληθωρισμού και σε «απότομη πτώση» της παραγωγής, εφόσον υπάρξει διαρκής μείωση των ενεργειακών προμηθειών από την περιοχή.

Για πιέσεις στον πληθωρισμό προειδοποιεί και ο Φίλιπ Λέιν

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, μιλώντας στους Financial Times προειδοποίησε ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος θα ασκήσει ανοδική πίεση στον πληθωρισμό,  ενώ θα λειτουργήσει αρνητικά για την οικονομική δραστηριότητα. Όπως τόνισε, η έκταση των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης, με την κεντρική τράπεζα να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η νομισματική πολιτική δρα με χρονική υστέρηση και είναι περιορισμένης αποτελεσματικότητας απέναντι σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας.

Προς το παρόν, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη βρίσκεται στο 1,7%, κάτω από τον στόχο του 2%, γεγονός που προσφέρει ένα περιθώριο απορρόφησης ενός περιορισμένου σοκ. Οι αγορές δεν προεξοφλούν άμεση μεταβολή στο επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ, το οποίο εκτιμάται ότι θα παραμείνει στο 2% καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επιπλέον, οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σχετικά σταθερές, στοιχείο που μειώνει τον κίνδυνο δευτερογενών επιδράσεων.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι, σε αυτή τη φάση, οι επενδυτές αντιμετωπίζουν την κατάσταση περισσότερο ως «σοκ μεταβλητότητας» παρά ως δομικό «σοκ προσφοράς». Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου θεωρείται από πολλούς προσωρινή, με εκτιμήσεις ότι θα μπορούσε να αποκλιμακωθεί εάν η σύγκρουση δεν επεκταθεί περαιτέρω. Ορισμένοι οικονομολόγοι εκφράζουν την άποψη ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές έχουν κίνητρο να αποτρέψουν μια παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές αγορές, καθώς ένα διαρκές ράλι τιμών θα είχε πολιτικό και οικονομικό κόστος.

Παρά ταύτα, η Ευρώπη βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες. Τα αποθέματα φυσικού αερίου είναι ήδη χαμηλότερα από τα συνήθη επίπεδα για την εποχή, γεγονός που σημαίνει ότι η ήπειρος θα χρειαστεί να εισαγάγει μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) το καλοκαίρι για να αναπληρώσει τις δεξαμενές πριν από τον επόμενο χειμώνα. Οποιαδήποτε περαιτέρω διαταραχή στις εξαγωγές από τον Κόλπο θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό για φορτία LNG και να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα έθετε επίσης πολιτικές προκλήσεις. Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να αναγκαστούν να αυξήσουν τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις για να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την άνοδο του κόστους, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Την ίδια στιγμή, η ΕΚΤ θα βρεθεί αντιμέτωπη με αντικρουόμενες πιέσεις: από τη μία πλευρά η ανάγκη στήριξης της ανάπτυξης και από την άλλη ο κίνδυνος αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.

Το βασικό σενάριο παραμένει ότι η αναταραχή θα είναι διαχειρίσιμη και παροδική. Ωστόσο, οι επόμενες τέσσερις εβδομάδες -όπως επισημαίνουν αρκετοί αναλυτές- θα είναι κρίσιμες. Αν η σύγκρουση αποκλιμακωθεί και οι τιμές της ενέργειας σταθεροποιηθούν, η ευρωζώνη ενδέχεται να συνεχίσει την εύθραυστη ανάκαμψή της. Αντίθετα, μια παρατεταμένη ένταση με επίμονες διαταραχές στις ενεργειακές ροές θα μπορούσε να επαναφέρει το φάσμα του στασιμοπληθωρισμού, δοκιμάζοντας τις αντοχές τόσο των οικονομιών όσο και της νομισματικής πολιτικής της Ευρώπης.