Μια δεκαετία μετά την κορύφωση της κρίσης χρέους και τα capital controls που «πάγωσαν» τη λειτουργία του χρηματιστηρίου, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα ένα βήμα πριν από μια κρίσιμη αναβάθμιση: την επιστροφή της στις ανεπτυγμένες αγορές. Ο οίκος MSCI Inc. εξετάζει την επαναταξινόμηση της χώρας από «αναδυόμενη» σε «ανεπτυγμένη» αγορά, με την τελική απόφαση να αναμένεται έως τις 31 Μαρτίου. Όπως γράφει το Bloomberg, η πιθανή αυτή εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αλλαγή στους διεθνείς δείκτες. Αντιθέτως, αποτυπώνει τη συνολική μεταστροφή της ελληνικής οικονομίας, από μια περίοδο βαθιάς κρίσης σε μια φάση σταθεροποίησης, ανάπτυξης και επαναπροσέλκυσης διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.
Το 2015 αποτέλεσε σημείο καμπής για την ελληνική αγορά. Με τις τράπεζες υπό πίεση και την επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, το χρηματιστήριο της Αθήνας παρέμεινε κλειστό για πέντε εβδομάδες. Οι τραπεζικές μετοχές κατέρρευσαν έως και 94%, ενώ η ρευστότητα σχεδόν εξαφανίστηκε, υποβαθμίζοντας τη σημασία της ελληνικής αγοράς ακόμη και σε σύγκριση με μικρότερες οικονομίες.
Η υποβάθμιση από τον MSCI το 2013 σε αναδυόμενη αγορά –μια πρωτοφανής εξέλιξη για χώρα της ευρωζώνης– είχε επιδεινώσει περαιτέρω την εικόνα. Σε ορισμένες φάσεις, η Ελλάδα κινδύνευσε ακόμη και να ενταχθεί στην κατηγορία «standalone», που αφορά μικρές ή δύσκολα προσβάσιμες αγορές.
Σήμερα, η εικόνα αυτή έχει αντιστραφεί. Η ελληνική οικονομία καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 σηματοδότησε την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα των διεθνών αγορών.
Η σημασία της αναβάθμισης
Οι δείκτες του MSCI παρακολουθούνται από κεφάλαια ύψους περίπου 18,3 τρισ. δολαρίων, γεγονός που καθιστά τις αποφάσεις του καθοριστικές για τη διεθνή κατανομή επενδύσεων. Μια πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε μεγαλύτερες και ποιοτικότερες δεξαμενές κεφαλαίων.
Εταιρείες όπως η Lamda Development, που υλοποιεί το μεγάλο έργο του Ελληνικού, εκτιμούν ότι η εξέλιξη αυτή θα ενισχύσει σημαντικά την πρόσβαση σε διεθνείς επενδυτές. Η προοπτική ένταξης σε δείκτες ανεπτυγμένων αγορών σημαίνει μεγαλύτερη ορατότητα, αλλά και συμμετοχή σε ευρύτερα χαρτοφυλάκια.
Την ίδια στιγμή, ανταγωνιστικοί πάροχοι δεικτών, όπως η FTSE Russell και η S&P Global Ratings, έχουν ήδη κατατάξει την Ελλάδα στις ανεπτυγμένες αγορές, ενισχύοντας το επιχείρημα υπέρ της αναβάθμισης.
Παρά τα θετικά μηνύματα, η μετάβαση δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Η έξοδος από την κατηγορία των αναδυόμενων αγορών αναμένεται αρχικά να προκαλέσει εκροές κεφαλαίων από εξειδικευμένα funds που επενδύουν αποκλειστικά σε αυτές. Εκτιμήσεις αναλυτών της JPMorgan Chase & Co. κάνουν λόγο για εκροές της τάξης των 300 εκατ. δολαρίων από παθητικά κεφάλαια.
Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, οι απώλειες αυτές εκτιμάται ότι θα αντισταθμιστούν από εισροές κεφαλαίων που κατευθύνονται σε ανεπτυγμένες αγορές.
Η συζήτηση επικεντρώνεται επίσης στο κατά πόσο είναι προτιμότερο μια χώρα να έχει ισχυρή παρουσία σε έναν μικρότερο δείκτη ή να αποτελεί μικρό μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου επενδυτικού σύμπαντος. Η Ελλάδα, που σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου το 0,5% του δείκτη MSCI Emerging Markets, θα έχει μικρότερη στάθμιση σε δείκτες ανεπτυγμένων αγορών.
Η εικόνα του χρηματιστηρίου σήμερα
Παρά τις επιφυλάξεις, τα στοιχεία της αγοράς αποτυπώνουν μια εντυπωσιακή ανάκαμψη. Η συνολική κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου ξεπερνά πλέον εκείνη χωρών όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, ενώ ο μέσος ημερήσιος τζίρος έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Παράλληλα, ο βασικός δείκτης έχει σημειώσει άνοδο περίπου 330% από τα χαμηλά της πανδημίας το 2020, υπεραποδίδοντας έναντι των αντίστοιχων δεικτών ανεπτυγμένων αγορών.
Η βελτίωση αυτή αντικατοπτρίζει τη συνολική μεταμόρφωση της οικονομίας, η οποία κατάφερε να ανακάμψει από μια κρίση που διέγραψε περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ.
Η αναζωπύρωση του επενδυτικού ενδιαφέροντος επιβεβαιώνεται και από κινήσεις όπως η εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από την Euronext NV, που ερμηνεύεται ως ένδειξη κανονικοποίησης και ενίσχυσης της ενσωμάτωσης της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές.
Πλέον, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται ως «περίπτωση κρίσης», αλλά ως αγορά με επενδυτικό ενδιαφέρον και προοπτικές ανάπτυξης. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, η πιθανή αναβάθμιση από τον MSCI λειτουργεί περισσότερο ως καταλύτης που επιβεβαιώνει αυτή τη μεταστροφή, παρά ως ο μοναδικός λόγος επένδυσης.
Η τελική απόφαση του MSCI θα αποτελέσει, σε κάθε περίπτωση, ένα κρίσιμο ορόσημο. Δέκα χρόνια μετά την πιο δύσκολη περίοδο της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της, η Ελλάδα φαίνεται έτοιμη να κλείσει οριστικά τον κύκλο της κρίσης και να επανατοποθετηθεί στον χάρτη των ανεπτυγμένων αγορών.