Ακριβότερα και λιγότερα τα δάνεια για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα από την Ευρώπη

Τι προβλέπει η νέα έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για τις ανάγκες και τα εμπόδια της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα

Δάνεια © 123rf.com

Πιο ακριβά και, ταυτόχρονα, πιο λίγα δάνεια δίνουν οι τράπεζες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρώπη, σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής (ΓΠΒ) για το α΄ τρίμηνο του 2026, η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες (31.3.26).

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, στην έκθεση του ΓΠΒ, «το μέσο επιτόκιο δανεισμού προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα παραμένει διαχρονικά υψηλότερο από εκείνο των λοιπών χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης». Συνεπώς το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων είναι υψηλότερο σε σύγκριση με το μέσο κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνης.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά στην Ελλάδα οι τράπεζες φέρονται να είναι πιο απρόθυμες να χορηγήσουν δάνεια, αν και έχει αυξηθεί εξαιρετικά η δυνατότητα τους να το κάνουν αυτό. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, οι ελληνικές επιχειρήσεις κατά την περίοδο 2022 – 2025 θεωρούν σε ποσοστό 61,8% (έναντι 49,0% στην ΕΕ) πως οι τράπεζες είναι απρόθυμες να τους δώσουν δάνειο.

1. Το κόστος δανεισμού είναι υψηλότερο στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωζώνη

Πιο αναλυτικά, στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής (α’ τρίμηνο του 2026) επισημαίνεται πως «από το 2023 και μετά, η διαφορά» μεταξύ των επιτοκίων στην Ελλάδα και εκείνων της Ευρωζώνης «σταδιακά μειώνεται, ενώ το 2025 οι τιμές σχεδόν συγκλίνουν». Δηλαδή δεν έχουν ταυτιστεί ακόμα.

«Παρότι οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν διαχρονικά υψηλότερο κόστος τραπεζικής χρηματοδότησης σε σύγκριση με τις οικονομίες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, η πρόσφατη σύγκλιση των επιτοκίων υποδηλώνει σαφή βελτίωση των συνθηκών δανεισμού και σταδιακή εξομάλυνση των σχετικών διαφορών», σημειώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.

Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται πως «το υψηλότερο κόστος δανεισμού συνοδεύεται και από μία δυσκολότερη πρόσβαση σε τραπεζική πίστωση» και πως «τα στοιχεία της έρευνας SAFE (Survey on the Access to Finance of Enterprises) δείχνουν ότι το ποσοστό αιτήσεων δανείων που απορρίπτονται είναι στην Ελλάδα συστηματικά υψηλότερο από ό,τι στις λοιπές χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης».

Αξίζει να τονιστεί πως «ο δείκτης αυτός περιλαμβάνει όχι μόνο τις περιπτώσεις απόρριψης αιτήσεων δανείου, αλλά και τις περιπτώσεις μερικής μόνο έγκρισης του αιτούμενου ποσού, απόρριψης της τραπεζικής προσφοράς λόγω υψηλού κόστους δανεισμού, καθώς και μη υποβολής αίτησης εξαιτίας φόβου απόρριψης».

Παρόλα αυτά, πάντως, «για πρώτη φορά από το 2010, η διαθεσιμότητα δανειακών κεφαλαίων το 2024 και 2025 υπερβαίνει τις ανάγκες των επιχειρήσεων για εξωτερική χρηματοδότηση. Αντίθετα, στις λοιπές χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, η ίδια αναντιστοιχία εμφανίζεται μικρότερη».

2. Οι τράπεζες φέρονται ως απρόθυμες να δώσουν δάνεια, ειδικά στις ΜμΕ

Η αύξηση της «διαθεσιμότητας» των τραπεζών να δώσουν δάνεια στις επιχειρήσεις, δεν σημαίνει, όμως, αυτόματα, πως δίνουν κιόλας.
Αντίθετα, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής (ΓΠΒ) σημειώνει πως «οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση από ό,τι οι επιχειρήσεις της λοιπής περιφέρειας της Ευρωζώνης».

Του λόγου το αληθές, «η εκτιμώμενη πιθανότητα εμφάνισης χρηματοδοτικών εμποδίων» διαμορφώνεται στο 19,9% στην περίοδο 2022–2025, έναντι 14,8%, αντίστοιχα, στις λοιπές χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης».

Και όχι μόνο αυτό, αλλά η «η πιθανότητα αυτή αυξάνεται έντονα όταν εξετάζονται επιχειρήσεις με χαρακτηριστικά μεγαλύτερης χρηματοοικονομικής ευαλωτότητας. Ιδίως για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, η εκτιμώμενη πιθανότητα χρηματοδοτικών εμποδίων φθάνει στο 57,0% κατά την περίοδο 2022– 2025, έναντι 28,7% στις λοιπές χώρες της περιφέρειας».

«Αντίστοιχα», σημειώνεται στην ίδια έκθεση, «για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η εκτιμώμενη πιθανότητα διαμορφώνεται στο 42,6% στην Ελλάδα, έναντι 19,9% στην περιφέρεια».

Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται πως «ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η χαμηλή προθυμία των τραπεζών να χορηγήσουν πίστωση συνδέεται με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση της εκτιμώμενης πιθανότητας εμφάνισης χρηματοδοτικών εμποδίων και στις δύο περιόδους. Σημειώνουμε ότι η (α)προθυμία του τραπεζικού συστήματος μετριέται ως το κατά πόσο την αντιλαμβάνονται και την αναφέρουν ως τέτοια οι επιχειρήσεις.

Στην Ελλάδα, η σχετική πιθανότητα ανέρχεται στο 62,4% κατά την περίοδο 2022–2025, ενώ στις λοιπές χώρες της περιφέρειας διαμορφώνεται στο 49,0%, αντίστοιχα. Το εύρημα αυτό συνάδει με τη γενικότερη τάση των τραπεζών να είναι πιο επιφυλακτικές στη χρηματοδότηση των ΜμΕ επιχειρήσεων, λόγω της μεγαλύτερης αβεβαιότητας ως προς την πιστοληπτική τους ικανότητα, της περιορισμένης διαθεσιμότητας οικονομικών στοιχείων και των συχνά ανεπαρκών εξασφαλίσεων.

Ως αποτέλεσμα, οι χρηματοδοτικές τριβές για τις ΜμΕ είναι συνήθως εντονότερες, ιδίως σε περιόδους αυξημένης οικονομικής αβεβαιότητας».

Από το ΓΠΒ τονίζεται πως «πέραν της τραπεζικής προθυμίας, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και παράγοντες που αποτυπώνουν την οικονομική και χρηματοοικονομική ευρωστία της επιχείρησης. Στην Ελλάδα, η πτώση του κύκλου εργασιών, τα αδύναμα ίδια κεφάλαια και το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό συνδέονται και στις δύο περιόδους με υψηλότερες εκτιμώμενες πιθανότητες χρηματοδοτικών εμποδίων, αν και η επίδρασή τους είναι εντονότερη κατά την πρώτη περίοδο. Ειδικότερα, η εκτιμώμενη πιθανότητα για επιχειρήσεις με χαμηλά ίδια κεφάλαια υποχωρεί από 41,8% την περίοδο 2010–2019 σε 28,0% την περίοδο 2022–2025, ενώ για επιχειρήσεις με επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό μειώνεται από 35,1% σε 21,6%. Αντίστοιχα, στην περιφέρεια οι σχετικές πιθανότητες είναι συστηματικά χαμηλότερες».

Επιπτώσεις και προτάσεις πολιτικής

«Το χρηματοδοτικό κενό, δηλαδή η αναντιστοιχία μεταξύ χρηματοδοτικών αναγκών και διαθεσιμότητας δανειακών κεφαλαίων, είναι λογικό να επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις της κάθε επιχείρησης και κατ’ επέκταση την ανάπτυξή της» αναφέρει η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για το α’ τρίμηνο του 2026.

Και συμπληρώνει αναφέροντας «οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν εντονότερες χρηματοδοτικές τριβές σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις των λοιπών χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης, παρά την εικόνα σταδιακής εξομάλυνσης που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια και τη βελτίωση στη διαθεσιμότητα τραπεζικής χρηματοδότησης. Επιπλέον, το χρηματοδοτικό κενό στην Ελλάδα συνδέεται με χαμηλότερη επενδυτική δραστηριότητα».

Κλείνοντας την σχετική ανάλυση το ΓΠΒ, προτείνει:

  • Να δοθεί έμφαση στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού (EU Competition laws), ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών και αρχών για την προστασία των αγορών, και της ΕΚΤ), με άμεσο στόχο την προώθηση του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Προς την κατεύθυνση αυτή θα βοηθούσε τόσο η λειτουργία μικρότερων τραπεζικών ιδρυμάτων με στόχευση στην χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και η όσο το δυνατό ταχύτερη προώθηση της τραπεζικής ένωσης και ένωσης των κεφαλαιαγορών στην Ευρωζώνη.

  • Να αναληφθεί πρωτοβουλία για ενίσχυση του ρόλου διεθνών οργανισμών και ευρωπαϊκών θεσμών (όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) στο σχεδιασμό χρηματοδοτικών εργαλείων ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα με πολύ μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, με τη συνεργασία εμπορικών τραπεζών και ιδιωτών επενδυτών για διαφοροποίηση/επιμερισμό των σχετικών κινδύνων. Και αυτό λόγω του μεγέθους επιχειρήσεων για προσέλκυση χρηματοδότησης είναι ένα διεθνές και όχι ελληνικό ζήτημα.
  • Να δοθεί έμφαση στην προσέλκυση μη-τραπεζικών χρηματοδοτικών εργαλείων (π.χ. ομότιμος δανεισμός – “peerto-peer lending”) για μικρές επιχειρήσεις όπως προγράμματα ιδιωτικών τοποθετήσεων (“private equity”) και χρηματοδότησης μέσω κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (“venture capital funding”) με την επίβλεψη της αντίστοιχης ρυθμιστικής αρχής, ειδικά για επιχειρήσεις που έχουν προκύψει από συγχωνεύσεις πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί στα σχήματα ιδιωτικών τοποθετήσεων και κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών για τη χρηματοδότηση μικρών καινοτόμων επιχειρήσεων που επενδύουν σε τεχνολογίες αιχμής και άυλο κεφάλαιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις. Για τις επιχειρήσεις αυτές, η ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού και στη στήριξη της αναπτυξιακής τους δυναμικής.