Το 96% των τουριστών που επισκέπτονται τη Θεσσαλονίκη θα πρότειναν τον προορισμό σε γνωστούς, φίλους και συγγενείς, ενώ το 91% επιθυμεί να επισκεφθεί ξανά την πόλη. Αυτό προκύπτει από πρόσφατη έρευνα ικανοποίησης επισκεπτών στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης
Η Θεσσαλονίκη ως προορισμός αναψυχής και city break έχει μεγάλη δυναμική ανάπτυξης, αλλά η συνολική βαθμολογία της πόλης, έμεινε στην επίδοση του 2024, όταν επίσης είχε σκοράρει 7,8 , ενώ τα ξενοδοχεία δεν καταφέρνουν να κερδίσουν από την αύξηση του +8% στις συνολικές αεροπορικές αφίξεις, αφού τους μένει μία μικρή αύξηση της τάξης του +0,9%, με την άνοδο στο αριθμό των επισκεπτών, να την καρπώνεται η βραχυχρόνια μίσθωση.
Τα παραπάνω ήταν μόνο μερικά από τα πολλά και ενδιαφέροντα που παρουσιάσθηκαν στην ετήσια Έρευνα Ικανοποίησης Επισκεπτών Ξενοδοχείων Θεσσαλονίκης, που διενεργεί για την Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης η GBR.Consulting.
Kατά τη διάρκεια της Εκδήλωσης, ο Γενικός Γραμματέας του ΕΟΤ Ανδρέας Φιορεντίνος, δήλωσε ότι ως το τέλος του έτους η Θεσσαλονίκη, όπως και η Σαντορίνη , θα έχει ενταχθεί στον γαστρονομικό Οδηγό της Michelin, ενώ ο ΕΟΤ, μαζί με το Δήμο Θεσσαλονίκης και την Ένωση Ξενοδόχων, προσπαθούν για αύξηση των long haul συνδέσεων, του αεροδρομίου «Μακεδονία» με την Αμερική, αλλά και μέσω συγκεκριμένων action plan, με Αυστραλία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Λατινική Αμερική.
Σύνδεση με Αμερική
Ο πρόεδρος της ΕΞΘ, Ανδρέας Μανδρίνος, επέμεινε στη αεροπορική διασύνδεση Θεσσαλονίκης με αμερικανικό προορισμό τονίζοντας ότι οι τουρίστες από τις ΗΠΑ είναι στην πρώτη θέση και με διαφορά, των ξένων τουριστών που διανυκτερεύουν στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης.
Ο κ. Μανδρίνος αναφέρθηκε στη δέσμευση του πρωθυπουργού και ζήτησε μεγαλύτερη ενεργοποίηση από πλευράς Fraport Greece.
Ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και πρόεδρος του Ο.Τ.Θ. , Στέλιος Αγγελούδης, δήλωσε ότι ως το τέλος Μαϊου ο Οργανισμός Τουρισμού Θεσσαλονίκης θα έχει γίνει DMMO, ενώ στάθηκε στα πολλά έργα υποδομής και αναβάθμισης του δημόσιου χώρου, που βελτιώνουν την εικόνα του προορισμού.
«Τα πήγε καλά, αλλά όχι πολύ καλά»
Η Θεσσαλονίκη το 2025 τα πήγε καλά, αλλά όχι πολύ καλά. Όπως είπε ο κ. Στέφαν Μερκενχοφ, της GBR, η βαθμολογία του 7,8 το 2025, αν και αρκετά ικανοποιητική, χρήζει βελτίωσης αφού υπήρξαν χρονιές που η συνολική αξιολόγηση ξεπερνούσε το 8.
Σε ορισμένους τομείς όπως τα μέσα μαζικής μεταφοράς, η δημόσια καθαριότητα, η ηχορύπανση και η ατμοσφαιρική ρύπανση, η αξιολόγηση βελτιώθηκε σε σχέση με το 2024, αλλά οι επισκέπτες βρήκαν χειρότερη την κατάσταση στα πεζοδρόμια και την εικόνα του πρασίνου.
Το 69% θεωρεί τη Θεσσαλονίκη συμπεριληπτικό προορισμό, ενώ τα ισχυρά στοιχεία της πόλης παρέμειναν η γαστρονομία, η νυκτερινή ζωή, η φιλική διάθεση των κατοίκων και τα πολλα αξιοθέατα που διαθέτει/πολιτισμικός πλούτος.
Και το 2025 τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης διατήρησαν την υψηλή αξιολόγησή τους (8,6) τόσο όσον αφορά τις εγκαταστάσεις τους, όσο και αναφορικά με τη σχέση μεταξύ τιμής/ποιότητας (8,2).
Ωστόσο αυτή η ικανοποίηση δεν αντιστοιχίζεται ούτε με τις πολύ αυξημένες αεροπορικές αφίξεις ( αύξηση σε όλους τους μήνες του έτους), ότι με την υψηλή αξιολόγηση των ξενοδοχειων.
Η μέση πληρότητα των ξενοδοχείων αυξήθηκε ελαφρά, κατά +0.9%, στο 71%, με τα ξενοδοχεία της πόλης να χάνουν τέσσερις θέσεις στη λίστα των 11 ανταγωνιστικών Ευρωπαϊκών προορισμών και να κατατάσσονται τρίτα από το τέλος.
Όπως επισήμανε ο κ. Ντίνος Τορνιβούκας, αντιπρόεδρος της ΕΞΘ, γενικότερα τα αποτελέσματα της έρευνας κρίνονται θετικά για τα ξενοδοχεία της πόλης και την ικανοποίηση των επισκεπτών, συνολικότερα από τον προορισμό.
Η Θεσσαλονίκη, κατάφερε να αυξήσει τη μέση τιμή δωματίου (ADR) κατά 4,4%, στα 107 ευρώ, μέση τιμή που όμως και πάλι κρίνεται χαμηλή σε σύγκριση με εκείνες σε ανταγωνίστριες πόλεις.
Μετρό και υποδομές
Η προσβασιμότητα παρουσίασε πρόοδο, με το μετρό να ενισχύει την εικόνα της πόλης ως πιο σύγχρονης,ενώ βελτιωμένη ήταν και η αίσθηση ασφάλειας. Παράλληλα, το 69% των επισκεπτών θεωρεί τη Θεσσαλονίκη πλήρως ή εν μέρει συμπεριληπτικό προορισμό. Ως προς το τέλος ανθεκτικότητας, μόνο το 29% το θεωρεί δίκαιο μέτρο.
Το προφίλ του επισκέπτη
Το προφίλ του επισκέπτη επιβεβαιώνει ότι η Θεσσαλονίκη λειτουργεί κυρίως ως προορισμός αναψυχής και επαναλαμβανόμενων επισκέψεων. Το μεγαλύτερο ποσοστό επισκεπτών ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 36-45 ετών. Το 52% ταξιδεύει για αναψυχή και το 59% έχει επισκεφθεί την πόλη περισσότερες από μία φορές. Η πόλη προσελκύει κυρίως ζευγάρια, ενώ σημαντικά είναι και τα ποσοστά των μεμονωμένων ταξιδιωτών αλλά και όσων ταξιδεύουν με φίλους.
Για όσους έρχονται για αναψυχή, οι βασικοί λόγοι επιλογής είναι η γαστρονομία, η νυχτερινή ζωή, το πολιτιστικό ενδιαφέρον και τα ψώνια, στοιχεία που συνθέτουν ένα σαφές και ανταγωνιστικό citybreak προϊόν.
Η ημερήσια δαπάνη αυξήθηκε στα €93 ανά άτομο, από €87 το 2024, με την εστίαση και τις αγορές να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης. Επομένως, το τουριστικό όφελος δεν περιορίζεται στη διαμονή, αλλά διαχέεται ουσιαστικά στην τοπική οικονομία, ιδιαίτερα στο εμπόριο και στην εστίαση.
Η παρουσία διεθνών ξενοδοχειακών αλυσίδων στη Θεσσαλονίκη ενισχύθηκε περαιτέρω το 2025, καθώς αυξήθηκαν σε 7 από 5 την προηγούμενη χρονιά ( με Leonardo και Zeus), εξέλιξη που αποτυπώνει τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια του προορισμού.
Καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης
Την ίδια στιγμή, τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης συνέχισαν να αυξάνονται για ακόμη μία χρονιά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για τη φιλοξενία επισκεπτών και καθιστώντας ακόμη πιο κρίσιμη τη διαφοροποίηση του ξενοδοχειακού προϊόντος της πόλης.
Σημειώνεται ότι το 2025 υπήρξε μεγάλη αύξηση στις αφίξεις και διανυκτερεύσεις Ισραηλινών τουριστών, ενώ καταγράφηκε κάμψη στις διανυκτερεύσεις Αμερικανών και Τούρκων ενώ Νο1 σε αφίξεις είναι η γερμανική αγορά.
Από εδώ και πέρα η Θεσσαλονίκη περιμένει τα ευχάριστα· την αποπεράτωση των υποδομών της, το Flyover, το μετρό στην Καλαμαριά, τις αναπλάσεις, το deck και το Μουσείο Ολοκαυτώματος. Kαι βέβαια την ολοκλήρωση του DMMO, της διαδικασίας ένταξης της γαστρονομίας της πόλης στον οδηγό Michelin και της προώθησης της Θεσσαλονίκης ως citybreak προορισμού από τον Όμιλο TUI, επισήμανε καταλήγοντας ο κ. Μέρκενχοφ.