Μεταφορές: Το ναυάγιο της Φυλής παρατείνει το χάος του Ελαιώνα

Το αδιέξοδο της Φυλής και η ασφυκτική επόμενη ημέρα για τα πρακτορεία σε Βοτανικό και Ελαιώνα. Τι υποστηρίζουν πρόσωπα της αγοράς

Εγκαταστάσεις logistics ©unsplash

Σε οριακό σημείο βρίσκεται πλέον η ευρύτερη περιοχή του Ελαιώνα και του Βοτανικού, με τις επιχειρήσεις διαμεταφοράς να συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα σε ένα καθεστώς χρόνιας αβεβαιότητας, την ώρα που η μία οργανωμένη λύση που είχε τεθεί στο τραπέζι, δηλαδή η δημιουργία Επιχειρηματικού Πάρκου στη Φυλή, οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η εξέλιξη αυτή δεν επιβαρύνει μόνο έναν κλάδο που εδώ και χρόνια λειτουργεί με ελλείψεις και στρεβλώσεις, αλλά εντείνει μια ήδη ασφυκτική κατάσταση σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες της αγοράς αυξάνονται, ενώ οι υποδομές εξακολουθούν να ανήκουν ουσιαστικά σε μια άλλη εποχή.

Ο διαγωνισμός του Υπερταμείου για την ανάπτυξη και λειτουργία του logistics park στη Φυλή δεν προχώρησε, με την επίσημη αιτιολόγηση να αποδίδει το αποτέλεσμα στις αυξημένες απαιτήσεις του Δήμου Φυλής, οι οποίες, σύμφωνα με την αγορά, περιόρισαν την ελκυστικότητα του εγχειρήματος. Για τους ανθρώπους του κλάδου, ωστόσο, η κατάληξη αυτή δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Αντιθέτως, θεωρούν ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένη, ακριβώς επειδή τα δομικά προβλήματα που συνοδεύουν μεγάλες επενδύσεις logistics στην Ελλάδα παραμένουν άλυτα.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Logistics (EEL), Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, περιγράφει στο powergame.gr μια εικόνα βαθιάς και χρόνιας υποβάθμισης στον Βοτανικό και τον Ελαιώνα, όπου λειτουργούν πρακτορεία μεταφορών ήδη από τη δεκαετία του 1950. Όπως τονίζει, ακόμη και οι πιο πρόσφατες εγκαταστάσεις της περιοχής, εκείνες που κατασκευάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, εμφανίζουν σήμερα σοβαρές δυσλειτουργίες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι πλημμύρες, οι οποίες εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε έντονη βροχόπτωση, αποτυπώνοντας τις μεγάλες ελλείψεις σε βασικές υποδομές και την απουσία ουσιαστικής συντήρησης ή αναβάθμισης.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αντιφατική αν συνυπολογιστεί το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων στην περιοχή. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα ενοίκια κάτω από τον Κηφισό και τη λεωφόρο Αθηνών κινούνται σήμερα μεταξύ 10 και 15 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις βρίσκονται και λίγο χαμηλότερα. Παρ’ όλα αυτά, οι παρεχόμενες υποδομές και υπηρεσίες είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Η ασφάλεια είναι ελλιπής, οι προϋποθέσεις για σύγχρονη λειτουργία πρακτικά δεν υπάρχουν, ενώ ακόμη και δραστηριότητες που αποτελούν βασικό πυλώνα της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως η εγκατάσταση ψυγειοαποθηκών, συναντούν σοβαρά εμπόδια ή κινούνται μέσα σε ένα ασαφές και συχνά προβληματικό θεσμικό πλαίσιο.

Για τον κ. Παπαγεωργίου, η κατάσταση αυτή αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα έλλειψης οργανωμένου σχεδιασμού για τον κλάδο στην Αθήνα. Όπως επισημαίνει, αν η Ελλάδα θέλει πράγματι να εξελιχθεί σε κόμβο logistics στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με διακηρύξεις. Χρειάζεται ένας συνδυασμός ισχυρών λιμανιών και οργανωμένων εμπορευματικών κέντρων, που να μπορούν να στηρίξουν τη διακίνηση προϊόντων και φορτίων. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ότι η δημιουργία ενός σοβαρού εμπορευματικού σταθμού στη Φυλή ήταν απολύτως κρίσιμη, υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για έργο που «έπρεπε να έχει γίνει χθες».

Κατά τον ίδιο, η εξέλιξη του project, το οποίο βρισκόταν υπό συζήτηση εδώ και περίπου τρία χρόνια, λειτούργησε σαν μια «έκρηξη» που απλώς επιβεβαίωσε χρόνιες αδυναμίες του συστήματος. Το ζήτημα όμως, όπως τονίζει, δεν αφορά μόνο την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων. Συνδέεται και με το συνολικό επενδυτικό μήνυμα που εκπέμπει η χώρα. Όταν μεγάλα έργα μπλοκάρουν ή καθυστερούν επί δεκαετίες, δημιουργείται ένα περιβάλλον αποτρεπτικό για νέους επενδυτές. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει το Θριάσιο, για το οποίο, όπως λέει, η συζήτηση διαρκεί εδώ και περίπου 30 χρόνια χωρίς ουσιαστική πρόοδο.

Σύμφωνα με τον κ. Παπαγεωργίου, το βασικό πρόβλημα είναι ένα σύνθετο πλέγμα γραφειοκρατίας, αλληλοεπικαλύψεων αρμοδιοτήτων και τοπικών αντιδράσεων, το οποίο καταλήγει να μπλοκάρει ακόμη και ώριμα έργα. Όπως διερωτάται, όταν τέτοιου μεγέθους projects «τρώγονται» στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, ποιος επενδυτής θα αποφασίσει να προχωρήσει. Για τον ίδιο, έργα που αποτελούν εθνική προτεραιότητα θα έπρεπε να προχωρούν με μεγαλύτερη ταχύτητα, σαφείς κανόνες και καθορισμένο πλαίσιο.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στο κυκλοφοριακό και λειτουργικό πρόβλημα της Αττικής. Όπως υποστηρίζει, η συζήτηση για απομάκρυνση των φορτηγών από τον Κηφισό δεν μπορεί να αποδώσει αν δεν δημιουργηθούν προηγουμένως οργανωμένοι χώροι μετεγκατάστασης. Την ίδια στιγμή, η συνεχής αύξηση του στόλου των οχημάτων, με περίπου 85.000 έως 90.000 νέα αυτοκίνητα κάθε χρόνο, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ήδη δύσκολη κατάσταση. Όπως λέει, η εικόνα πρακτορείων 70 ετών που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν σύγχρονα φορτηγά και αυξημένο όγκο εμπορευμάτων δεν συνάδει με μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι τα logistics αντιστοιχούν περίπου στο 11,4% του ΑΕΠ, ενώ στηρίζουν άμεσα και την τουριστική δραστηριότητα της χώρας, εξυπηρετώντας δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες. Κι όμως, παρά αυτή τη σημασία, οι υποδομές παραμένουν σχεδιασμένες για μια εντελώς διαφορετική εποχή, δημιουργώντας μια έντονη αναντιστοιχία ανάμεσα στις σημερινές ανάγκες της οικονομίας και στις πραγματικές δυνατότητες εξυπηρέτησής τους.

Δριμύ κατηγορώ της ΠΕΕΔ κατά κυβέρνησης, Υπερταμείου και δήμου Φυλής για το «ναυάγιο» του ΕΠ Φυλής

Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά με ακόμη πιο αιχμηρό τρόπο, τοποθετείται και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Επιχειρήσεων Διαμεταφοράς, Δημήτριος Κιούσης. Όπως λέει στο powergame.gr, για τον ίδιο τον κλάδο η κατάληξη του εγχειρήματος στη Φυλή δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. «Αυτό που προέκυψε, το είχαμε δει εδώ και δύο μήνες», σημειώνει, θέλοντας να δείξει ότι οι επαγγελματίες της αγοράς είχαν εγκαίρως αντιληφθεί πως το project δεν οδηγούνταν σε βιώσιμη λύση. Κατά τον ίδιο, ο τρόπος με τον οποίο εξελισσόταν η διαδικασία, τα οικονομικά δεδομένα που είχαν τεθεί και οι απαιτήσεις που διαμορφώνονταν γύρω από το έργο έδειχναν ήδη ότι το σχέδιο δεν μπορούσε να σταθεί επενδυτικά.

Ο κ. Κιούσης μιλά εκ μέρους ενός κλάδου με ισχυρό επιχειρησιακό αποτύπωμα. Όπως αναφέρει, η ΠΕΕΔ περιλαμβάνει περίπου 390 επιχειρήσεις και περισσότερα από 4.000 φορτηγά, τα οποία δραστηριοποιούνται καθημερινά κυρίως στον Βοτανικό, τον Ελαιώνα και τη Λαχαναγορά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάγκη δημιουργίας οργανωμένου εμπορευματικού κέντρου είχε τεθεί ήδη από το 2021, ακόμη και σε συνάντηση με τον πρωθυπουργό, ως μια αναγκαία λύση που θα μπορούσε να αποσυμφορήσει τόσο τον Κηφισό όσο και τον Ελαιώνα. Με άλλα λόγια, η αγορά δεν έθεσε τώρα για πρώτη φορά το ζήτημα. Αντιθέτως, εδώ και χρόνια είχε ζητήσει τη δημιουργία ενός οργανωμένου χώρου που θα επέτρεπε τη μετακίνηση των επιχειρήσεων από περιοχές που ασφυκτιούν. Οι σχετικές συζητήσεις έγιναν, οι ανάγκες αναγνωρίστηκαν, όμως, όπως λέει, η υλοποίηση δεν ακολούθησε.

Ο πρόεδρος της ΠΕΕΔ δίνει ιδιαίτερη έμφαση και σε αυτό που χαρακτηρίζει ελληνική «ιδιαιτερότητα»: το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι, κατά τον ίδιο, η μόνη χώρα στην Ευρώπη χωρίς logistics park. Θέλει έτσι να καταδείξει το μέγεθος της υστέρησης σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, σημειώνοντας μάλιστα ότι ακόμη και χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ήδη αναπτύξει τέτοιες οργανωμένες υποδομές.

Περιγράφει, μάλιστα, με ιδιαίτερα σκληρούς όρους τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργούν σήμερα οι επιχειρήσεις. Από τη μία πλευρά, ο Κηφισός και ο Ελαιώνας επιβαρύνονται καθημερινά από τη συνεχή παρουσία φορτηγών. Από την άλλη, τα ίδια τα πρακτορεία λειτουργούν, όπως λέει, σε «πρωτόγονες» συνθήκες.

Ο κ. Κιούσης προειδοποιεί παράλληλα ότι η απομάκρυνση των επιχειρήσεων από αυτές τις περιοχές χωρίς προηγούμενη εναλλακτική λύση θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για τη διακίνηση εμπορευμάτων σε εθνικό επίπεδο. Όπως προκύπτει από τη συλλογιστική του, τα πρακτορεία παραμένουν στον Βοτανικό και τον Ελαιώνα όχι επειδή οι συνθήκες είναι επαρκείς ή αποδεκτές, αλλά επειδή δεν υπάρχει άλλος οργανωμένος χώρος για να μεταφερθούν. Η παραμονή τους εκεί, συνεπώς, είναι προϊόν ανάγκης και όχι επιλογής.

Η παρέμβασή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση όταν αναφέρεται στις άμεσες πιέσεις που δέχονται ήδη επιχειρήσεις στον Βοτανικό λόγω της ανάπλασης της περιοχής. Όπως λέει, παρά το γεγονός ότι υπήρχε, κατά τον ίδιο, θετική στάση από τον Δήμο Αθηναίων και προσωπικά από τον δήμαρχο Χάρη Δούκα, εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά αποφάσεις απομάκρυνσης επιχειρήσεων.

Κατά συνέπεια, η απομάκρυνση χωρίς έτοιμη λύση μετεγκατάστασης δεν είναι, κατά τον ίδιο, μόνο άδικη, αλλά και επικίνδυνη για τη συνολική λειτουργία της αγοράς. Μάλιστα, εκτιμά ότι το πρόβλημα δεν θα περιοριστεί στις περιπτώσεις που έχουν ήδη εμφανιστεί. Αντιθέτως, θεωρεί πως μέσα στους επόμενους μήνες θα ακολουθήσουν και άλλες απομακρύνσεις, καθώς η ανάπλαση στον Βοτανικό θα προχωρά και απαιτούνται απαλλοτριώσεις .

Σε σχέση με τις εναλλακτικές λύσεις, ο κ. Κιούσης είναι εξίσου σαφής. Όπως λέει, έχουν γίνει συζητήσεις με δήμους όπως της Αθήνας και του Αιγάλεω για πιθανές εκτάσεις, χωρίς όμως να έχει προχωρήσει οτιδήποτε ουσιαστικό. Για μεγάλο διάστημα, αναφέρει, η αγορά άκουγε ότι πρέπει να περιμένει μέχρι να προχωρήσει η Φυλή. Τώρα όμως που η Φυλή δεν προχωρά, αποκαλύπτεται ένα σοβαρό κενό σχεδιασμού. Υπάρχουν, προσθέτει, κάποιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες και σκέψεις για αξιοποίηση εκτάσεων, αλλά αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν συνολική λύση για τον κλάδο.

Εξηγεί μάλιστα γιατί αυτές οι λύσεις είναι τόσο δύσκολες. Πολλές από τις εκτάσεις που εξετάζονται δεν είναι δημόσιες αλλά ιδιωτικές, πράγμα που σημαίνει ότι απαιτούνται συναινέσεις ιδιοκτητών και σύνθετες συμφωνίες.

Τι αναφέρει η ανακοίνωση της ΠΕΕΔ

Μέσα σε αυτό το ήδη εκρηκτικό πλαίσιο, η Πανελλήνια Ένωση Επιχειρήσεων Διαμεταφοράς περνά πλέον σε ανοιχτή σύγκρουση με την κυβέρνηση, το Υπερταμείο, τον Δήμο Φυλής και τον Δήμο Αθηναίων, δίνοντας στη δημοσιότητα μια ιδιαίτερα σκληρή ανακοίνωση. Όπως υποστηρίζει, η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται. Υπενθυμίζει μάλιστα ότι τον Οκτώβριο του 2024, μετά από συνάντηση με την ΠΕΕΔ και επίσκεψη στον Βοτανικό, ο αρμόδιος υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών δήλωνε ότι το Logistics Park στη Φυλή είναι «ο μόνος δρόμος σωτηρίας» για τον Βοτανικό και ότι «δεν θα χάσουμε ούτε στιγμή». Ενάμιση χρόνο μετά, σημειώνει η Ένωση, όχι μόνο χάθηκε χρόνος, αλλά χάθηκε και το αποτέλεσμα. Όταν ένα έργο χαρακτηρίζεται από την ίδια την κυβέρνηση ως αναγκαίο για τις μεταφορές, την πόλη και την εφοδιαστική αλυσίδα, η μη παρέμβαση παύει να είναι ουδετερότητα και γίνεται συνευθύνη.

Εξίσου βαριά, κατά την ΠΕΕΔ, είναι και η ευθύνη του Δήμου Αθηναίων. Παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις αρμόδιων στελεχών του, η δημοτική αρχή, όπως αναφέρει η Ένωση, προχωρά στις 28 Απριλίου 2026, μέσω εργολάβου, στις πρώτες κατεδαφίσεις εγκαταστάσεων στον Βοτανικό, στην περιοχή δίπλα στο υπό κατασκευή νέο γήπεδο του Παναθηναϊκού, χωρίς να έχει απευθύνει καμία γραπτή ενημέρωση προς τους άμεσα θιγόμενους μισθωτές και πρακτορεία μεταφορών. Κατά την ίδια, η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απλώς παράλειψη διαδικαστικής υποχρέωσης, αλλά συνιστά ενέργεια που οδηγεί αναγκαστικά στο λουκέτο επιχειρήσεων και πρακτορείων μεταφορών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή επί σχεδόν πέντε δεκαετίες, αφήνοντας στον δρόμο επιχειρηματίες και εργαζόμενους χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς καμία εναλλακτική. Ο Δήμος Αθηναίων, τονίζει, δεν μπορεί να ενεργεί ως εκτελεστικός μηχανισμός κατεδαφίσεων, ενώ ταυτόχρονα απουσιάζει πλήρως ένα αξιόπιστο σχέδιο μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων που εκτοπίζονται.

Η ΠΕΕΔ δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν θα ανεχθεί τις ενέργειες αυτές και θα αντιδράσει δυναμικά με κάθε νόμιμο μέσο. Όπως διαμηνύει, δεν θα επιτρέψει να καταστραφούν επιχειρήσεις και βιοπορισμοί δεκάδων ανθρώπων εξαιτίας της πλήρους απουσίας προγραμματισμού και σεβασμού στις ίδιες τις δεσμεύσεις της δημοτικής αρχής.

Το τελικό μήνυμα της ΠΕΕΔ είναι ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί να χαθεί οριστικά ένα έργο που αφορά την επιβίωση του κλάδου, την αποσυμφόρηση της Αθήνας, την αναβάθμιση του Βοτανικού και την ενίσχυση της εθνικής εφοδιαστικής αλυσίδας. Όπως τονίζει, όσοι υπέγραψαν, όσοι διαχειρίστηκαν και όσοι υποσχέθηκαν, οφείλουν τώρα να λογοδοτήσουν.