Σοβαρές «συστημικές αδυναμίες» -για να το πούμε κομψά – όρους που περιόρισαν τον ανταγωνισμό, φουσκωμένους προϋπολογισμούς και προβληματική τεκμηρίωση της συμμετοχής των ωφελουμένων διαπιστώνει η τελική έκθεση ελέγχου της Κομισιόν για τα ελληνικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης.
Τα βασικά σημεία της έκθεσης της Κομισιόν που περιλαμβάνονται στο αποκαλούμενο τελικό έγγραφο της Κοινής Διεύθυνσης Ελέγχου για τη Συνοχή, με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 2026, και έφερε στο φως σήμερα το Euro2day, επιβεβαιώνουν μάλιστα πλήρως το σύνολο των ευρημάτων της προκαταρκτικής έκθεσης που είχε αποκαλύψει τον περασμένο Μάρτιο το Big Mouth του powergame.gr.
Βάσει του εγγράφου αυτοί οι Ευρωπαίοι ελεγκτές, μετά από έρευνα που διεξήγαγαν προκειμένου να διαπιστώσουν αν σημειώθηκαν παρατυπίες σε σχέση με μια σειρά προγραμμάτων κατάρτισης, τα οποία χρηματοδοτήθηκαν από το ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2021-2027, κατέληξαν στη διατύπωση «γνώμης με επιφύλαξη και σημαντικές επιπτώσεις» και κατέταξαν το ελληνικό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου των προγραμμάτων κατάρτισης στην Κατηγορία 3 – που στη γλώσσα των Βρυξελλών σημαίνει ότι είναι δυσλειτουργικό και χρειάζεται ουσιαστικές βελτιώσεις καθώς τα προβλήματα που εντοπίστηκαν έχουν «συστημικό χαρακτήρα» και δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο παρατυπιών εις βάρος των ευρωπαϊκών Ταμείων.
Οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν ειδικότερα στα τέλη του 2025 και κάλυψαν τα προγράμματα «Ανθρώπινο Δυναμικό και Κοινωνική Συνοχή» του ΕΚΤ+ και «Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση» του JTF. Στο μικροσκόπιο μπήκαν οι αντίστοιχες Διαχειριστικές Αρχές και η Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Οι συμβάσεις που ευνόησαν τους μεγάλους παίκτες
Η τελική έκθεση της Κομισιόν επαναφέρει το ζήτημα των μεγάλων συμβάσεων που δεν χωρίστηκαν σε μικρότερα και λειτουργικά ανεξάρτητα τμήματα. και αναφέρει πως η συγκεκριμένη πρακτική ευνόησε τους μεγάλους και περιόρισε τη δυνατότητα συμμετοχής μικρότερων παρόχων και ευνόησε τα μεγαλύτερα σχήματα, τα οποία μπορούσαν στη συνέχεια να αναθέτουν τμήματα του έργου σε υπεργολάβους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει επίσης στους όρους συμμετοχής που απέκλειαν στην πράξη επιχειρήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Σε διαγωνισμούς απαιτούνταν από τους παρόχους να διαθέτουν άδεια Κέντρου Διά Βίου Μάθησης και φυσική εγκατάσταση στην Ελλάδα ήδη κατά την υποβολή της προσφοράς, ακόμη και όταν προβλεπόταν η διαδικτυακή υλοποίηση του εκάστοτε προγράμματος.
Διαπιστώνεται επίσης ότι σε ορισμένα έργα η πιστοποίηση περιοριζόταν σε φορείς διαπιστευμένους από το ΕΣΥΔ ή τον ΕΟΠΠΕΠ, χωρίς να αναγνωρίζονται ισοδύναμα διεθνή πρότυπα, όπως το ISO/IEC 17024. Η Κομισιόν έκρινε ότι οι απαιτήσεις αυτές παραβιάζουν τις ευρωπαϊκές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης.
Οι ελεγκτές εντόπισαν επίσης πλήθος περιπτώσεις κατά την οποία ο φορέας κατάρτισης υπερεκτιμούσε τους συμμετέχοντες και τους προϋπολογισμούς, χωρίς επαρκή προσαρμογή του κόστους στον τρόπο παροχής της κατάρτισης. Σε αρκετές περιπτώσεις δηλαδή εφαρμόστηκαν οι ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές, παρότι μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης γινόταν ασύγχρονα μέσω διαδικτύου και συνεπώς είχε αισθητά χαμηλότερο πραγματικό κόστος.
Σε ορισμένα έργα, η συμμετοχή ήταν έως και 87% χαμηλότερη από τον αρχικό στόχο. Ενδεικτικά, στο πρόγραμμα του ΣΕΠΕ συμμετείχαν 209 άτομα έναντι στόχου 1.600, ενώ στο έργο της ΕΣΑμεΑ οι συμμετέχοντες ήταν 882 αντί για 3.000.
Η υπόθεση της κατάρτισης κρατουμένων
Από τις πλέον προβληματικές περιπτώσεις ήταν το πρόγραμμα κατάρτισης κρατουμένων. Στο δείγμα των 30 συμμετεχόντων, οι 26 δεν είχαν συμπληρώσει τις προβλεπόμενες ώρες εκπαίδευσης, ενώ ορισμένοι παρακολουθούσαν μαθήματα στα ελληνικά χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα.
Οι ελεγκτές δεν βρήκαν φύλλα απαντήσεων ή αναλυτικές βαθμολογίες που να τεκμηριώνουν την πιστοποίηση των γνώσεων. Στα παρουσιολόγια υπήρχαν μόνο οι υπογραφές των εκπαιδευτών και όχι των εκπαιδευομένων, ενώ μέρος της εκπαίδευσης πραγματοποιήθηκε εξ αποστάσεως, παρά τη συμβατική υποχρέωση για διά ζώσης κατάρτιση στις εγκαταστάσεις κράτησης.
Τα ευρήματα δημιουργούν ευρύτερες αμφιβολίες για το κατά πόσο οι ωφελούμενοι απέκτησαν πράγματι τις δεξιότητες για τις οποίες διατέθηκαν οι ευρωπαϊκοί πόροι.
Η «καμπάνα» του 25% και ο κίνδυνος ντόμινο
Η ποινή που αντιμετωπίζει η Ελλάδα για όλες αυτές τις παρατυπίες είναι ότι θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στις Βρυξέλλες το 25% των ευρωπαϊκών κονδυλίων για τις συμβάσεις όπου διαπιστώθηκαν παραβάσεις. Πρόκειται ουσιαστικά για περικοπή ή επιστροφή ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και όχι για ένα συμβατικό διοικητικό πρόστιμο.
Το σοβαρότερο, όμως, είναι ότι η Κομισιόν χαρακτηρίζει την παρατυπία συστημική και ζητά από τις ελληνικές αρχές να επιστρέψουν το 25% των κονδυλίων και σε άλλα προγράμματα του ίδιου φορέα, εφόσον περιλαμβάνουν αντίστοιχους όρους αποκλεισμού ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Έτσι, ο λογαριασμός δεν περιορίζεται στα έργα του αρχικού δείγματος. Βάσει των εκθέσεων της Κομισιόν, για τις ελεγχθείσες υποθέσεις η Ελλάδα οφείλει να επιστρέψει κονδύλι 1,6 εκατ. ευρώ.
Εφόσον όμως το πρόστιμο επεκταθεί και στο σύνολο των συμβάσεων για την επαγγελματική κατάρτιση – που άλλωστε έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά – η επέκταση του 25% θα υποχρεώσει την Ελλάδα σε επιστροφές πολλών εκατομμυρίων.
