Στα 420,9 δισ. ευρώ αυξήθηκε το ιδιωτικό χρέος, στα 238,6 δισ. ευρώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τον δημόσιο τομέα ανήλθαν σε 166,3 δισ. ευρώ, το χρέος προς εφορίες έφτασε τα 114,5 δις. και προς τον ΕΦΚΑ τα 51,8 δις.

Ιδιωτικό χρέος, ©Jakub Zerdzicki / unsplash

Στα 420,9 δισ. ευρώ αυξήθηκε το ιδιωτικό χρέος το πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 22,1 δισ. ευρώ, όπως καταγράφεται στο Τριμηνιαίο Δελτίο για το Ιδιωτικό Χρέος στην Ελληνική Οικονομία που δημοσιεύει το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με την υποστήριξη της CEPAL. Η άνοδος του ιδιωτικού χρέους οφειλόταν κυρίως στην επέκταση των εξυπηρετούμενων δανείων – γεγονός που αποτελεί, εν γένει, θετική εξέλιξη και συνάδει με την ανάκαμψη των επενδύσεων – και, δευτερευόντως, στην περαιτέρω συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημόσιου τομέα.

Από το παραπάνω χρέος των 420,9 δις. ευρώ, ποσό 238,6 δισ. ευρώ είναι ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ωστόσο, θετικό είναι το γεγονός ότι το μερίδιο των ληξιπρόθεσμων οφειλών στο σύνολο του ιδιωτικού χρέους υποχώρησε στο 56,7%, καθώς το εξυπηρετούμενο χρέος αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό.

Ειδικότερα, το συνολικό ιδιωτικό χρέος (420,9 δις. ευρώ) ήταν αυξημένο κατά 4,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2025 και κατά 22,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2025. Η ετήσια αύξηση οφειλόταν κυρίως στα εξυπηρετούμενα τραπεζικά ανοίγματα (+14,9 δισ. ευρώ), ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία προσέθεσαν συνολικά 5,8 δισ. ευρώ. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) που διαχειρίζονται εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) μειώθηκαν κατά 0,8 δισ. ευρώ κατά την ίδια περίοδο.
Το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος ανήλθε στα 238,6 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2026, ενώ το μερίδιό του στο συνολικό ιδιωτικό χρέος υποχώρησε περαιτέρω στο 56,7%.

Το χρέος προς εφορίες και ΕΦΚΑ

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τον δημόσιο τομέα ανήλθαν συνολικά στα 166,3 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 69,7% του ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους το α’ τρίμηνο του 2026. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία παρέμειναν το μεγαλύτερο τμήμα του ληξιπρόθεσμου χρέους (166,3 δισ. ευρώ). Από τα εναπομείναντα 72,3 δισ. ευρώ σε ΜΕΔ, τα 66,4 δισ. ευρώ βρίσκονταν υπό τη διαχείριση εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και τα 6,0 δισ. ευρώ στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών.

Το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό φορολογικό χρέος αυξήθηκε στα 114,5 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2026, με τα νομικά πρόσωπα να αντιπροσωπεύουν το 62,0% του συνόλου. Το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό φορολογικό χρέος αυξήθηκε κατά 0,7 δισ. ευρώ σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2025 και κατά 3,7 δισ. ευρώ σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2025. Τα νομικά πρόσωπα αντιστοιχούσαν σε 71,0 δισ. ευρώ, έναντι 43,5 δισ. ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα. Το 77,5% των οφειλετών χρωστά λιγότερα από 3.000 ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί σε 1,5 δισ. ευρώ ή 1,3% του συνολικού χρέους), ενώ το 0,7% των οφειλετών χρωστά περισσότερα από 300.000 ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί σε 93,9 δισ. ευρώ ή 82,5% του συνολικού χρέους). Οι εισπράξεις παλαιού και νέου φορολογικού χρέους ανήλθαν στο 1,7 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2026, ελαφρώς υψηλότερα από το 1,6 δισ. ευρώ που καταγράφηκε το α’ τρίμηνο του 2025.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών προς τον ΕΦΚΑ αυξήθηκαν περαιτέρω στα 51,8 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, με κύριο παράγοντα τις υποχρεώσεις που αφορούν εργαζομένους. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές κοινωνικής ασφάλισης αυξήθηκαν κατά 0,5 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2025 και κατά 2,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025. Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορούσε εργαζομένους, ανερχόμενο στα 27,1 δισ. ευρώ (52,3%), ενώ ακολουθούσαν οι υποχρεώσεις των αυτοαπασχολούμενων με 21,4 δισ. ευρώ (41,3%). Το 68,9% των οφειλετών χρωστά ποσά έως 15.000 ευρώ (συνολικού ύψους 5,2 δισ. ευρώ ή 10,1% του συνολικού χρέους), ενώ το 0,4% των οφειλετών χρωστά πάνω από 500.000 ευρώ (συνολικού ύψους 15,8 δισ. ευρώ ή 30,4% του συνολικού χρέους). Επιπλέον, το 63,2% του συνολικού χρέους (32,7 δισ. ευρώ) αφορούσε οφειλέτες που είχαν αρχίσει να συσσωρεύουν χρέη πριν από το 2010. Οι εισπράξεις ανήλθαν στα 0,4 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, επίπεδο ελαφρώς χαμηλότερο από αυτό που καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο του 2025.

Τα ποσοστά είσπραξης παρέμειναν κάτω του 5% για τις παλαιές φορολογικές οφειλές και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές κοινωνικής ασφάλισης το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις νέες φορολογικές οφειλές διαμορφώθηκε στο 41,5%.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Ο δανεισμός επιχειρήσεων οδήγησε το συνολικό ιδιωτικό χρέος από δάνεια στα 254,6 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 16,3 δισ. ευρώ.

Τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά 17,2 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο, με το ποσοστό τους να μειώνεται σε σχέση με το 29% του δ’ τριμήνου του 2025 και το 31% του α’ τριμήνου του 2025. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) διακρατούσαν 66,4 δισ. ευρώ (ή το 91,7% του συνόλου των ΜΕΔ), ενώ οι τράπεζες διακρατούσαν τα υπόλοιπα 6,0 δισ. ευρώ. Σε σύγκριση με το δ’ τρίμηνο του 2025, τα ΜΕΔ που διακρατούνταν από εταιρείες διαχείρισης μειώθηκαν ελαφρώς, ενώ τα ΜΕΔ των τραπεζών αυξήθηκαν κατά αντίστοιχο ποσό.

Τα επιχειρηματικά δάνεια παρέμειναν η μεγαλύτερη κατηγορία ΜΕΔ κατά το α’ τρίμηνο του 2026, αντιπροσωπεύοντας λίγο περισσότερο από το ήμισυ των χαρτοφυλακίων ΜΕΔ τόσο των τραπεζών όσο και των εταιρειών διαχείρισης. Τα ΜΕΔ των τραπεζών ανήλθαν σε 6,0 δισ. ευρώ. Τα επιχειρηματικά δάνεια αντιστοιχούσαν σε 3,1 δισ. ευρώ (52,2%), ακολουθούμενα από τα στεγαστικά δάνεια (2,3 δισ. ευρώ) και τα καταναλωτικά δάνεια (0,5 δισ. ευρώ). Τα ΜΕΔ που διακρατούνταν από εταιρείες διαχείρισης ανήλθαν συνολικά σε 66,4 δισ. ευρώ. Τα επιχειρηματικά δάνεια αντιπροσώπευαν 33,7 δισ. ευρώ (50,8%), ενώ τα στεγαστικά και καταναλωτικά ΜΕΔ διαμορφώθηκαν στα 17,5 δισ. ευρώ και 15,1 δισ. ευρώ, αντίστοιχα.