Η Ευρώπη αποταμιεύει, η Ελλάδα “τρώει” από τα έτοιμα

Βαθαίνει το χάσμα στην αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το 82% των νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανό να αποταμιεύσει στο επόμενο 12μηνο

Αρνητική αποταμίευση

Βαθαίνει το χάσμα στην αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών με την υπόλοιπη Ευρώπη, με το κόστος ζωής συνδυαστικά με τους χαμηλότερους μισθούς και τις υψηλές καταναλωτικές δαπάνες να ροκανίζουν τα έτοιμα.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε την περασμένη Παρασκευή η Eurostat για τον ρυθμό αποταμίευσης στην Ευρωζώνη δείχνουν ότι αυτός υποχώρησε στο 14,2% το β΄ τρίμηνο του 2026 από 14,4% το α΄ τρίμηνο, καθώς η κατανάλωση αυξήθηκε ταχύτερα από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος (+1,3% και +1,1% αντίστοιχα). Τα αναλυτικά στοιχεία ανά χώρα θα δοθούν προσεχώς (σ.σ. επί του παρόντος υπάρχουν προβλέψεις μόνο από Γερμανία για +18,99%, Ισπανία +10,98%, Πορτογαλία +11,61% και Σουηδία +14,96%), ενώ στις 28 Οκτωβρίου η Eurostat θα ανακοινώσει τα στοιχεία για το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και την κατά κεφαλήν κατανάλωση τόσο για τη ζώνη του ευρώ, όσο και για την ΕΕ.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρουσιάζει ήδη ένα χάσμα περίπου 20 μονάδων βάσης από τον μέσο όρο αποταμίευσης της Ευρωζώνης, καθώς στο α΄ τρίμηνο του 2026 είχε το χαμηλότερο ποσοστό αποταμίευσης μεταξύ των 21 χωρών και δη αρνητικό και αλματωδώς αυξανόμενο. Τα ελληνικά νοικοκυριά κατανάλωναν αντί να αποταμιεύουν, με ρυθμό που εκτόξευσε το ποσοστό της σταθερά αρνητικής αποταμίευσης στη χώρα μας, στο -5,12%, έναντι αύξησης 14,4% στην Ευρωζώνη (διαφορά 19,52 μονάδων από την μέση αποταμίευση στην Ευρωζώνη). Που σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, τα ελληνικά νοικοκυριά όχι μόνο δεν έβαζαν στην άκρη, αλλά δαπανούσαν 105,12 ευρώ.

Σημειώνεται ότι το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερο και από αυτό της Ρουμανίας (-3,58%) η οποία είναι η μόνη χώρα που καταγράφει επίσης αρνητικό ρυθμό αποταμίευσης. Στον αντίποδα, τα νοικοκυριά που αποταμιεύουν περισσότερο είναι αυτά στην Ουγγαρία (20,32%), στην Ιρλανδία (19,44%), στην Τσεχία (19,42%), στη Γερμανία με (18,89%), στη Γαλλία (17,41%) και στην Ολλανδία (17,74%).

Το χαμηλότερο θετικό ποσοστό αποταμίευσης στην Ευρωζώνη έχουν τα νοικοκυριά στην Ιταλία (10,82%), ενώ από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το χαμηλότερο ποσοστό αποταμίευσης (9,55%) καταγράφεται στην Πολωνία.

Τα στοιχεία κάνουν ακόμη πιο αισθητή τη διαφορά με την Ελλάδα, όπου η αποταμίευση είναι σταθερά αρνητική (με εξαίρεση το 2020 και 2021, χρονιές των lockdown λόγω πανδημίας, όπου τα ποσοστά αποταμίευσης ήταν θετικά στο +0,65% και +4,43% αντίστοιχα) και μάλιστα στο α΄ τρίμηνο του 2026 εκτοξεύτηκε στο – 5,12%, από -1,38% το α΄ τρίμηνο. Μάλιστα, τα ελληνικά νοικοκυριά αποταμιεύουν λιγότερο απ’ ό,τι αποταμίευαν στο τέλος του 2024 (ποσοστό αποταμίευσης δ΄ τριμήνου 2024 στο -4,93%), χρονικό σημείο μετά το οποίο το ποσοστό αρνητικής αποταμίευσης έβαινε μειούμενο.

Ο πληθωρισμός εγκλωβίζει την αποταμίευση σε αρνητικά επίπεδα

Το χάσμα της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών έναντι των νοικοκυριών των 21 χωρών της Ευρωζώνης και των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να βαθύνει, καθώς τα στοιχεία για την αποταμίευση α΄ τριμήνου 2026, έχουν υπολογιστεί με επίπεδα πληθωρισμού στο 2,9% για τον Ιανουάριο (Ευρωζώνη: 1,7%), 3,1% για τον Φεβρουάριο (Ευρωζώνη: 1,9%) και 3,3% για τον Μάρτιο (Ευρωζώνη: 2,5%). Στο β΄ τρίμηνο του έτους ο ετήσιος πληθωρισμός σκαρφάλωσε στο 5,4% τον Απρίλιο, υποχώρησε παραμένοντας υψηλός στο 5,2% τον Μάιο και στο 4,4% τον Ιούνιο, ενώ στο γ΄ τρίμηνο υποχώρησε περαιτέρω τον Ιούλιο (3,4%), αυξήθηκε στο 3,8% τον Αύγουστο και εκτινάχθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο.

Όπως προκύπτει από την εξέλιξη του πληθωρισμού που ροκανίζει το πραγματικό εισόδημα ακριβαίνοντας το κόστος ζωής, η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών δεν πρόκειται να ξεφύγει από τα αρνητικά της επίπεδα. Βάσει των πιο πρόσφατων στοιχείων για τον πληθωρισμό, «βαρίδι» για τη δυνατότητα αποταμίευσης είναι η αύξηση του κόστους ενέργειας, καθώς οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 25,4%, έναντι 18,8% στην Ευρωζώνη, αποτυπώνοντας την αύξηση στο κόστος μετακίνησης, θέρμανσης και λειτουργίας των επιχειρήσεων το οποίο περνά στα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Στο γ΄ τρίμηνο οι ετήσιες αυξήσεις στο πετρέλαιο θέρμανσης κινούνται στο +53,2%, στο φυσικό αέριο στο +40,2%, στα καύσιμα κίνησης (Diesel) στο +30,6%. Η δεύτερη σημαντικότερη εστία ακρίβειας εντοπίζεται στις υπηρεσίες όπου οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου κατά 6,3%, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη. Οι τιμές στα τρόφιμα συγκράτησαν την άνοδο ή και μειώθηκαν, ωστόσο, με τους νέους τιμοκαταλόγους στα σούπερ μάρκετ αναμένονται αυξήσεις.

Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα που περικόπτει τις δυνατότητες αποταμίευσης αποτυπώνεται και στην τελευταία έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ (Σεπτέμβριος 2026). Ο δείκτης που αφορά στις εκτιμήσεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους παραμένει ιδιαίτερα αρνητικός (στις -44,4 μονάδες τον Σεπτέμβριο). Περίπου 60% των νοικοκυριών εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε ελαφρά ή αισθητά κατά τους προηγούμενους 12 μήνες, το 55% αναμένει νέα επιδείνωση στους επόμενους δώδεκα μήνες και μόλις το 5% προβλέπει μικρή βελτίωση. Το 58% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», το 12% δηλώνει ότι αντλεί από τις αποταμιεύσεις του, ενώ μόλις 22% αναφέρει ότι αποταμιεύει λίγο ή πολύ. Το 7% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί. Το 82% των νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανό να αποταμιεύσει στο επόμενο δωδεκάμηνο, ποσοστό που «κλειδώνει» τους ρυθμούς αρνητικής αποταμίευσης των Ελλήνων στο προσεχές μέλλον.