ΙΟΒΕ: Καμπανάκι για το εξωτερικό έλλειμμα, ανάπτυξη 1,8% και πληθωρισμός 4% το 2026

Στα 9,3 δισ. ευρώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο επτάμηνο, οι προειδοποιήσεις για ενέργεια, επενδύσεις και εισοδήματα

Ελληνική οικονομία © magnific.com

Καμπανάκι για το επίμονο εξωτερικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας χτυπά το ΙΟΒΕ, καθώς η εγχώρια ζήτηση εξακολουθεί να κινείται ταχύτερα από την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.

Το έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών διευρύνθηκε στα 9,3 δισ. ευρώ το πρώτο επτάμηνο του 2026, από 7,8 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ενώ ο υψηλός πληθωρισμός και το αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης δυσκολεύουν την ενίσχυση των επενδύσεων. Μάλιστα, η διεύρυνση του ελλείμματος σημειώθηκε παρά τη βελτίωση των ισοζυγίων αγαθών και υπηρεσιών. Η επιδείνωση προήλθε από τα πρωτογενή και, κυρίως, τα δευτερογενή εισοδήματα, δείχνοντας ότι η εικόνα των εξωτερικών συναλλαγών δεν εξαρτάται μόνο από τις εξαγωγές και τον τουρισμό. Στον αντίποδα, το πλεόνασμα υπηρεσιών ενισχύθηκε στα 12,4 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 681 εκατ. ευρώ.

Το ΙΟΒΕ εντάσσει το συστηματικά ελλειμματικό ισοζύγιο στις δομικές αδυναμίες της οικονομίας, μαζί με τον υψηλότερο πληθωρισμό έναντι της Ευρωζώνης και το σχετικά χαμηλό επίπεδο επενδύσεων. Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση της παραγωγής υψηλότερης αξίας, ώστε η αύξηση της ζήτησης να μεταφράζεται περισσότερο σε εγχώρια δραστηριότητα.

Στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, το Ίδρυμα διατηρεί την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,8% το 2026, αλλά χαμηλώνει οριακά την εκτίμηση για το 2027 στο 1,9%, από 2%.

Παράλληλα, τοποθετεί τον φετινό πληθωρισμό στο 4%, με υποχώρηση στο 3% το επόμενο έτος. Η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, χωρίς όμως να έχει εξαλείψει τις ανισορροπίες που περιορίζουν τη μεσοπρόθεσμη δυναμική της.

Επενδύσεις και κατανάλωση στηρίζουν την ανάπτυξη

Η εγχώρια ζήτηση παραμένει ο βασικός κινητήρας της μεγέθυνσης. Για το 2026 προβλέπεται αύξηση των πάγιων επενδύσεων κατά 6,5%, με στήριξη από την τελική φάση υλοποίησης του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το υψηλό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Για το 2027, ωστόσο, η αύξησή τους αναμένεται να περιοριστεί στο 4%, καθιστώντας κρίσιμη τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 1,4% φέτος και 1,5% το 2027. Παρά τις πιέσεις στις τιμές, εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, υποστηριζόμενη από την απασχόληση και την ενίσχυση των ονομαστικών εισοδημάτων. Το Ίδρυμα επισημαίνει, πάντως, ότι για πολλά νοικοκυριά η αύξηση του εισοδήματος δεν έχει συμβαδίσει με το κόστος διαβίωσης.

Στο εξωτερικό εμπόριο, οι εξαγωγές αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,5% το 2026, ενώ οι εισαγωγές ταχύτερα, κατά 3,6%, επιβαρύνοντας το εξωτερικό ισοζύγιο. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη δυσκολία της οικονομίας να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενα προϊόντα, ακόμη και όταν ενισχύονται οι εξαγωγικές επιδόσεις.

Πληθωρισμός και ακριβότερο χρήμα

Το ενεργειακό κόστος παραμένει βασική πηγή αβεβαιότητας. Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία επηρεάζουν τις αγορές ενέργειας και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, πιέζοντας επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κρατικούς προϋπολογισμούς. Το ΙΟΒΕ δεν θεωρεί μεγάλη την πιθανότητα γρήγορης αποκλιμάκωσης των ενεργειακών πιέσεων τους επόμενους μήνες.

Στο πρώτο εννεάμηνο, ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4%, με ανατιμήσεις στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στη στέγαση, στην εστίαση και στις μεταφορές. Παράλληλα, η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει τη χρηματοδότηση.

Μικρό όφελος στους πραγματικούς μισθούς

Στην αγορά εργασίας, το ΙΟΒΕ προβλέπει μέση ανεργία 8,6% για το 2026 και 7,8% για το 2027. Ωστόσο, η πραγματική αμοιβή ανά μισθωτό ήταν στο δεύτερο τρίμηνο μόλις 0,21% υψηλότερη από έναν χρόνο νωρίτερα, στοιχείο που δείχνει πόσο περιορισμένη παραμένει η βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.

Η έκθεση αναγνωρίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά υπογραμμίζει ότι η διατηρήσιμη ανάπτυξη απαιτεί ισχυρότερη επενδυτική βάση, καινοτομία και παραγωγικότητα. Το συσσωρευμένο επενδυτικό κενό, η δημογραφική συρρίκνωση και τα προβληματικά δάνεια εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά, ενώ η ακριβότερη ενέργεια αυξάνει την πίεση για ουσιαστικές αλλαγές στην παραγωγική δομή.

Τεράστιο πρόβλημα η στέγαση

Η Ελλάδα καταγράφει τη δυσμενέστερη εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: το 2025, το κόστος στέγασης απορροφούσε το 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, έναντι 18,9% στην ΕΕ. Περίπου έξι στους δέκα ενοικιαστές δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Η πίεση επεκτείνεται πλέον στα μεσαία εισοδήματα, ενώ ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι οι άνεργοι, οι νέοι και τα μονογονεϊκά νοικοκυριά.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η περιορισμένη προσφορά. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η πολυετής κατάρρευση της οικοδομής άφησε ένα απόθεμα που δεν ανανεώθηκε επαρκώς, ενώ το αυξημένο κόστος κατασκευής και ανακαίνισης επιβαρύνει αγοραστές και ενοικιαστές. Παρότι περίπου μία στις τρεις κατοικίες είναι κενή, πρόκειται κυρίως για εξοχικές και δευτερεύουσες κατοικίες στην περιφέρεια, μακριά από τις περιοχές υψηλής ζήτησης.

Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι επιδοτήσεις όπως το «Σπίτι μου» κινδυνεύουν, όταν η προσφορά παραμένει ανελαστική, να απορροφηθούν εν μέρει από υψηλότερες τιμές.

Η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική στηρίζεται στην αύξηση της προσφοράς, στην υποστήριξη όσων αντιμετωπίζουν στεγαστικές δυσκολίες και στη διευκόλυνση της πρόσβασης στην ιδιοκτησία. Στις παρεμβάσεις περιλαμβάνονται η ανακαίνιση κλειστών ακινήτων, τα φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, η Κοινωνική Αντιπαροχή, οι φοιτητικές εστίες και οι περιορισμοί στη βραχυχρόνια μίσθωση.

Κατά το ΙΟΒΕ, η πολιτική πρέπει να καλύπτει και τα μεσαία εισοδήματα, συνυπολογίζοντας την εργασιακή κατάσταση, τον τόπο διαμονής και το καθεστώς κατοίκησης.

Επισυναπτόμενη ολόκληρη η έκθεση: ΙΟΒΕ-3ο-ΤΡΙΜΗΝΟ