Ελαιόλαδο: Η Ελλάδα πωλεί ακριβότερα στη Γαλλία, αλλά χάνει 23% σε έσοδα

Η Ελλάδα κατέλαβε την τέταρτη θέση στις εισαγωγές εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στη Γαλλία, με μερίδιο μόλις 2,13%

Ελαιόλαδο © Magnific

Ακριβότερο από το ισπανικό, το ιταλικό και το τυνησιακό πωλείται το ελληνικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στη γαλλική αγορά, καταφέρνοντας να διατηρήσει την υψηλή του αξία, αλλά όχι και να κερδίσει σημαντικό μερίδιο απέναντι στους ισχυρούς ανταγωνιστές του. Παρά την ποιοτική υπεροχή που αποτυπώνεται στις τιμές, η Ελλάδα περιορίζεται στην τέταρτη θέση των προμηθευτών της Γαλλίας, με μερίδιο μόλις 2,13% σε αξία και 1,59% σε ποσότητα. Την ίδια στιγμή, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν σε όγκο το 2025, τα έσοδα υποχώρησαν σχεδόν κατά 23%, αναδεικνύοντας τις πιέσεις που δέχεται το προϊόν.

Τα στοιχεία της νέας μελέτης του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι αποτυπώνουν μια αγορά με σημαντικές προοπτικές αλλά και υψηλά εμπόδια για τους Έλληνες εξαγωγείς. Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο η διατήρηση της υψηλότερης τιμής, αλλά η μετατροπή της αναγνωρισμένης ποιότητας σε μεγαλύτερες πωλήσεις και ισχυρότερη παρουσία στα ράφια στη Γαλλία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη με τίτλο «Η αγορά ελαιολάδου στη Γαλλία», το 2025 οι εισαγωγές ελληνικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου ανήλθαν σε 1.351,6 τόνους, αυξημένες κατά 3,1% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, η αξία τους περιορίστηκε στα 9,79 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση 22,8%.

Η μεταβολή αποτυπώνεται και στη μέση δηλωθείσα αξία του προϊόντος, η οποία μειώθηκε από 9,67 ευρώ ανά κιλό το 2024 σε 7,24 ευρώ το 2025, καταγράφοντας πτώση 25,1%.

Παρά την υποχώρηση, η μέση δηλωθείσα αξία του ελληνικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου παρέμεινε υψηλότερη από τον μέσο όρο των εισαγωγών της συγκεκριμένης κατηγορίας στη Γαλλία. Ειδικότερα, η αντίστοιχη αξία διαμορφώθηκε σε 5,27 ευρώ ανά κιλό για το ισπανικό, 6,29 ευρώ για το ιταλικό και 4,60 ευρώ για το τυνησιακό προϊόν.

Ελαιόλαδο: Η Ισπανία παραμένει ο μεγαλύτερος προμηθευτής

Η Ισπανία παρέμεινε ο μεγαλύτερος προμηθευτής εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στη γαλλική αγορά το 2025, με εξαγωγές 47.608 τόνων και αξία περίπου 251 εκατ. ευρώ. Το μερίδιό της ανήλθε στο 55,9% της εισαγόμενης ποσότητας και στο 54,6% της συνολικής αξίας.

Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Ιταλία, με 18.097 τόνους και αξία 113,78 εκατ. ευρώ, ενώ τρίτη ήταν η Τυνησία, με 15.537 τόνους και αξία 71,52 εκατ. ευρώ.

Συνολικά, οι γαλλικές εισαγωγές εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου ανήλθαν το 2025 σε 85.189 τόνους, συνολικής αξίας 459,51 εκατ. ευρώ. Σε σύγκριση με το 2024, η εισαγόμενη ποσότητα αυξήθηκε κατά 5,9%, ενώ η συνολική αξία μειώθηκε κατά 32,8%.

Πλεονασματικό το εμπόριο Ελλάδας – Γαλλίας

Σύμφωνα με την έκθεση, το διμερές εμπόριο ελαιολάδου εμφανίζει σημαντικό πλεόνασμα υπέρ της Ελλάδας. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου προς τη Γαλλία ανήλθε το 2025 σε 9,79 εκατ. ευρώ, έναντι περίπου 356.000 ευρώ για την αντίστοιχη, χωριστά καταγεγραμμένη, ροή γαλλικών εξαγωγών προς την Ελλάδα, η οποία αντιστοιχούσε σε 17,48 τόνους.

Ωστόσο, παρά το πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο, το ελληνικό ελαιόλαδο εξακολουθεί να κατέχει περιορισμένο μερίδιο στη γαλλική αγορά σε σύγκριση με τους βασικούς ανταγωνιστές του.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι η ελληνική παρουσία επικεντρώνεται κυρίως στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες οι ελληνικές εμπορικές ροές δεν αποτυπώνονται πάντοτε χωριστά στα διαθέσιμα αναλυτικά στοιχεία των γαλλικών τελωνειακών αρχών.

Επώνυμα προϊόντα και πιστοποιήσεις για ενίσχυση της παρουσίας

Για την περαιτέρω διείσδυση του ελληνικού ελαιολάδου στη γαλλική αγορά, η έκθεση επισημαίνει την ανάγκη χάραξης στοχευμένης στρατηγικής, με συστηματικότερη προώθηση επώνυμων προϊόντων στη μεγάλη διανομή και στο ηλεκτρονικό εμπόριο.

Μεταξύ των κατευθύνσεων που προτείνονται περιλαμβάνονται η αξιοποίηση των πιστοποιήσεων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ), η ανάδειξη της βιολογικής παραγωγής και των ελληνικών ποικιλιών, καθώς και η ανάπτυξη συνεργασιών με εξειδικευμένους εισαγωγείς, καταστήματα delicatessen και δίκτυα υψηλής εστίασης.

Η έκθεση υπογραμμίζει, παράλληλα, τη σημασία της διαφοροποίησης και της ανάδειξης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού προϊόντος, σε μια αγορά όπου η ισχυρή παρουσία των βασικών προμηθευτών και ο ανταγωνισμός στις τιμές διαμορφώνουν τις συνθήκες διάθεσης.