Στον καθοριστικό ρόλο της ναυτιλίας και του τραπεζικού συστήματος για την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε εκδήλωση της Aegean Baltic Bank με θέμα «Η ανθεκτικότητα της ευρωζώνης και της ελληνικής οικονομίας κάτω από τους συνεχείς πρόσφατους κλυδωνισμούς: Ο ρόλος της ναυτιλίας και των τραπεζών».
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τις αντοχές της απέναντι στις εξωτερικές διαταραχές, χάρη στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερες τον πληθωρισμό, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το επενδυτικό κενό και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της παραγωγικής βάσης.
Ανάπτυξη 1,9% στην Ελλάδα το α’ εξάμηνο του 2026
Αναφερόμενος στην ευρωζώνη, ο διοικητής της ΤτΕ σημείωσε ότι, παρά τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών, από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση μέχρι τις γεωπολιτικές εντάσεις και τον εμπορικό προστατευτισμό, η ευρωπαϊκή οικονομία απέφυγε μια παρατεταμένη ύφεση.
Το πραγματικό ΑΕΠ της ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,9% το α’ εξάμηνο του 2026, ενώ η ανεργία παρέμεινε κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Για το σύνολο του έτους, οι προβολές της ΕΚΤ τοποθετούν την ανάπτυξη στο 0,9%, με επιτάχυνση στο 1,4% το 2027 και στο 1,5% το 2028.
Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι ισχυρότερη. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το α’ εξάμηνο του 2026, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος η ανάπτυξη αναμένεται να διατηρηθεί κοντά στο 2% την περίοδο 2026-2028.
Καθοριστική είναι η συμβολή των επενδύσεων. Την περίοδο 2020-2025 ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 91,7% σε πραγματικούς όρους, με το μερίδιό του στο ΑΕΠ να ανεβαίνει από 12,3% σε 18%. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 9% σε ετήσια βάση και αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης.
Οι ξένες άμεσες επενδύσεις, παράλληλα, ανήλθαν σε 12,9 δισ. ευρώ το 2025 και σε 7,9 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του 2026.
Το στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο διοικητής της ΤτΕ στη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) στο τέλος του 2026.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει ήδη εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν περίπου στο 68% της συνολικής χρηματοδότησης, ενώ έχουν υποβληθεί προς αξιολόγηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα υπόλοιπα αιτήματα πληρωμής, ύψους 11,3 δισ. ευρώ.
Η ολοκλήρωση του προγράμματος, πάντως, δεν σημαίνει απότομη διακοπή των επενδύσεων, καθώς πολλά έργα έχουν πολυετή ορίζοντα υλοποίησης και οι εκταμιεύσεις δανείων προς τους τελικούς δικαιούχους μπορούν να συνεχιστούν έως το 2029.
Ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι η επόμενη ημέρα θα πρέπει να στηριχθεί σε περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια, στο εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και σε νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Ζητούμενο είναι η μετάβαση σε ένα περισσότερο αυτοτροφοδοτούμενο επενδυτικό μοντέλο.
Στα 18 δισ. ευρώ ετησίως οι εισπράξεις από τη ναυτιλία
Κομβική θέση στην ομιλία είχε η ελληνική ναυτιλία, την οποία ο διοικητής της ΤτΕ χαρακτήρισε έναν από τους πλέον εξωστρεφείς και διεθνώς ανταγωνιστικούς κλάδους της οικονομίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, την περίοδο 2021-2025 οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 18 δισ. ευρώ ετησίως, αντιστοιχώντας στο 8,2% του ΑΕΠ και σχεδόν στο 40% των συνολικών εισπράξεων από υπηρεσίες.
Οι καθαρές εισπράξεις, μετά την αφαίρεση των πληρωμών, διαμορφώθηκαν σε περίπου 6,6 δισ. ευρώ ετησίως, καλύπτοντας σχεδόν το ένα πέμπτο του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.
Μάλιστα, το πρώτο οκτάμηνο του 2026 καταγράφηκε αύξηση περίπου 15% στις ακαθάριστες εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές, κυρίως λόγω της ανόδου των ναύλων στα δεξαμενόπλοια, υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο.
Ο ελληνόκτητος στόλος διατήρησε το 2025 την πρώτη θέση παγκοσμίως, με μερίδιο άνω του 16% της παγκόσμιας χωρητικότητας. Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας ανέδειξε ένα σημαντικό πρόβλημα: μόλις περίπου ένα στα δέκα ελληνόκτητα πλοία φέρει πλέον ελληνική σημαία, έναντι ενός στα πέντε πριν από μία δεκαετία, με βασικό εμπόδιο την έλλειψη Ελλήνων ναυτικών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει περισσότερο το οικονομικό αποτύπωμα της ναυτιλίας, ενισχύοντας τους εγχώριους προμηθευτές, τα ναυπηγεία, τις επισκευές, τον ναυτιλιακό εξοπλισμό και τις υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η εγχώρια προστιθέμενη αξία αντιστοιχούσε μόλις στο 36% των συνολικών εξαγωγών θαλάσσιων μεταφορών την περίοδο 2018-2022. Συνεπώς, υπάρχει σημαντικό περιθώριο μεγαλύτερης σύνδεσης της ναυτιλίας με την εγχώρια παραγωγή.
Κερδοφορία 4,7 δισ. ευρώ για τις τράπεζες το 2025
Θετική είναι και η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο, όπως σημείωσε ο κ. Στουρνάρας, έχει μετασχηματιστεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία.
Οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν καθαρά κέρδη 4,7 δισ. ευρώ το 2025, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2026 τα κέρδη τους ξεπέρασαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, συγκλίνοντας προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε επίσης στην ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας και των καταθέσεων, αλλά και στη μεγαλύτερη εξωστρέφεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στη δυνατότητα ανάπτυξης ενός πέμπτου τραπεζικού πόλου, μέσα από την ενίσχυση των μικρότερων πιστωτικών ιδρυμάτων και την ανάπτυξη εξειδικευμένων επιχειρηματικών μοντέλων, που μπορούν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και τις επιλογές χρηματοδότησης.
Το βασικό στοίχημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η μετατροπή της ισχυρής κερδοφορίας σε υγιή πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία, με χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, πράσινων επενδύσεων, υποδομών και καινοτόμων δραστηριοτήτων.
Προειδοποίηση για πληθωρισμό και διαρθρωτικές αδυναμίες
Παρά τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, ο κ. Στουρνάρας προειδοποίησε για τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 4% το πρώτο δεκάμηνο του 2026, ενώ τον Οκτώβριο επιταχύνθηκε στο 5,6%, έναντι 4% στην ευρωζώνη.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η πορεία του δομικού πληθωρισμού, ο οποίος έφτασε στο 4,7%, έναντι 2,5% στην ευρωζώνη, γεγονός που υποδηλώνει επίμονες εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η χαμηλή παραγωγικότητα, η δημογραφική γήρανση και οι ελλείψεις δεξιοτήτων εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.
Στις προτεραιότητες που ανέδειξε περιλαμβάνονται η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η ενίσχυση του ανταγωνισμού, οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και η καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και παραγωγής.
