Η πρόσφατη δημόσια εγγραφή, ύψους 500 εκατ. δολαρίων, που πραγματοποίησε ο Έλληνας εφοπλιστής Βαγγέλης Μαρινάκης στο χρηματιστήριο του Όσλο, δεν αποτέλεσε μόνο ένα σημαντικό επιχειρηματικό βήμα για τον ίδιο, αλλά και μια εξέλιξη που ανέδειξε ξανά τη νορβηγική πρωτεύουσα ως βασικό χρηματοδοτικό κέντρο για τη ναυτιλία.
Η συμφωνία, που ολοκληρώθηκε τον προηγούμενο μήνα, θεωρείται η μεγαλύτερη δημόσια εγγραφή ναυτιλιακής εταιρείας των τελευταίων [περισσότερων από] 20 ετών.
Με τη συγκέντρωση κεφαλαίων ύψους 500 εκατ. δολαρίων, η κίνηση αυτή αποτέλεσε ισχυρή ένδειξη της δυναμικής που παρουσιάζει σήμερα τόσο η αγορά των δεξαμενόπλοιων, όσο και το χρηματιστήριο του Όσλο ως εναλλακτικός προορισμός για άντληση κεφαλαίων.
Θετική πορεία της αγοράς δεξαμενόπλοιων
Η επιτυχία της δημόσιας εγγραφής συνδέεται και με τη θετική πορεία της αγοράς δεξαμενόπλοιων, η οποία το τελευταίο διάστημα καταγράφει έντονη άνοδο, ιδιαίτερα στην κατηγορία των VLCC, δηλαδή των πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων μεταφοράς αργού πετρελαίου. Η άνοδος αυτή έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον των επενδυτών για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο κλάδο.
Ωστόσο, πέρα από τον ίδιο τον Έλληνα πλοιοκτήτη Βαγγέλη Μαρινάκη και την αγορά δεξαμενόπλοιων, ένας ακόμη σημαντικός «κερδισμένος» από τη συγκεκριμένη κίνηση ήταν το Όσλο ως χρηματοοικονομικό κέντρο για τη ναυτιλία.
Στο παρελθόν η νορβηγική πρωτεύουσα θεωρούνταν κυρίως χώρος για μικρότερες δημόσιες εγγραφές ναυτιλιακών εταιρειών, λειτουργώντας ουσιαστικά ως ενδιάμεσος σταθμός για εταιρείες που αργότερα μετέφεραν την κύρια χρηματιστηριακή τους παρουσία στη Νέα Υόρκη.
Για πολλά χρόνια, άλλωστε, η Νέα Υόρκη αποτελούσε τον βασικό προορισμό για μεγαλύτερες δημόσιες εγγραφές ναυτιλιακών εταιρειών. Την ίδια πορεία είχε ακολουθήσει και ο ίδιος ο Ευάγγελος Μαρινάκης στο παρελθόν.
Η πρώτη του προσπάθεια να εισαγάγει δημόσια μια εταιρεία δεξαμενόπλοιων πραγματοποιήθηκε το 2010 με την εταιρεία Crude Carriers. Η εισαγωγή έγινε στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και η εταιρεία συγκέντρωσε τότε κεφάλαια ύψους 256 εκατομμυρίων δολαρίων. Παρότι το ποσό δεν ήταν αμελητέο, είναι σήμερα σχεδόν το μισό από τα κεφάλαια που κατάφερε να αντλήσει η νέα δημόσια εγγραφή του Ομίλου Capital στο Όσλο.
Η σύγκριση αυτή δείχνει πόσο έχει αλλάξει το χρηματοδοτικό τοπίο της ναυτιλίας τα τελευταία 16 χρόνια.
Ο Τζέρι Καλογηράτος, μακροχρόνιο στέλεχος της Capital Maritime και άνθρωπος που είχε συμμετοχή τόσο στην εισαγωγή του 2010 όσο και στη σημερινή δημόσια εγγραφή, επισημαίνει ότι το περιβάλλον έχει μεταβληθεί σημαντικά από τότε.
Τρεις αλλαγές διαμορφώνουν το νέο τοπίο
Όπως σημείωσε, τρεις βασικές αλλαγές έχουν διαμορφώσει το νέο τοπίο:
Η πρώτη αφορά τον ρόλο των αγορών κεφαλαίου. Ενώ στο παρελθόν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν τον βασικό προορισμό για διεθνείς ναυτιλιακές εταιρείες που αναζητούσαν χρηματοδότηση, το Όσλο έχει πλέον αναπτύξει σημαντικό χρηματοοικονομικό βάθος και έχει αποκτήσει ισχυρή φήμη στον ναυτιλιακό χώρο.
Η δεύτερη αλλαγή σχετίζεται με το γεγονός ότι το Όσλο έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνή κέντρα ναυτιλιακής έρευνας και χρηματοδότησης. Την ίδια στιγμή αρκετές αμερικανικές τράπεζες έχουν αποσυρθεί από την κάλυψη ναυτιλιακών μετοχών ή έχουν περιορίσει σημαντικά τη δραστηριότητά τους στον κλάδο.
Αυτό έχει δώσει στο Όσλο πρόσβαση σε σημαντικές επενδυτικές δεξαμενές κεφαλαίων, επιτρέποντας σε εταιρείες όπως η Capital να απευθυνθούν όχι μόνο σε τοπικούς επενδυτές, αλλά και σε επενδυτές από την Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες διεθνείς αγορές.
Η τρίτη εξέλιξη αφορά την ίδια την αμερικανική αγορά. Από το καλοκαίρι του 2015 έως σήμερα έχει πραγματοποιηθεί μόλις μία επιτυχημένη δημόσια εγγραφή ναυτιλιακής εταιρείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή της ισραηλινής Zim τον Ιανουάριο του 2021. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι, παρότι η αμερικανική αγορά παραμένει σημαντική, η διαδικασία εισαγωγής εκεί είναι πιο απαιτητική και χρονοβόρα.
Σύμφωνα με τον Καλογηράτο, η πρόσβαση στα αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια εξακολουθεί να αποτελεί στρατηγικό στόχο για την εταιρεία. Ωστόσο, μια αποκλειστική εισαγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες συνεπάγεται σημαντικό κόστος, χρόνο και διοικητική προσπάθεια.
Αξιοποίηση της αγοράς Euronext Growth στο Όσλο
Αντίθετα, η αξιοποίηση της αγοράς Euronext Growth στο Όσλο επέτρεψε στην εταιρεία να κινηθεί πιο γρήγορα και αποτελεσματικά, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα να προσεγγίσει επενδυτές και να αποδείξει την απόδοσή της στην αγορά.
Η στρατηγική αυτή ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για μια μελλοντική επέκταση της εισαγωγής και στη Νέα Υόρκη, πιθανόν έως το τέλος του 2026. Όπως ανέφερε ο Καλογηράτος, η διπλή παρουσία στις δύο αγορές αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της Capital Tankers.
Η εταιρεία του Μαρινάκη δεν είναι η μόνη που χρησιμοποιεί το Όσλο ως πρώτο βήμα για άντληση κεφαλαίων πριν από πιθανή επέκταση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η νεοσύστατη εταιρεία δεξαμενόπλοιων Burton, που συνδέεται με τον επενδυτή Tor Olav Troim, έχει ήδη συγκεντρώσει περίπου 160 εκατομμύρια δολάρια στη Νορβηγία και θεωρείται ότι εξετάζει επίσης την εισαγωγή στις ΗΠΑ για περαιτέρω χρηματοδότηση.
Ανάλογη πορεία ακολούθησε και η ελληνική εταιρεία Okeanis Eco Tankers, η οποία εισήγαγε αρχικά τον στόλο των σύγχρονων VLCC και suezmax στο χρηματιστήριο του Όσλο και στη συνέχεια επέκτεινε την παρουσία της στη Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2024.
Η αμερικανική αγορά
Μάλιστα, την προηγούμενη χρονιά η εταιρεία ήταν η κορυφαία σε απόδοση μεταξύ των ναυτιλιακών μετοχών που διαπραγματεύονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά τις αλλαγές αυτές, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η αμερικανική αγορά μπορεί να επανέλθει στο προσκήνιο ως βασικός προορισμός για νέες δημόσιες εγγραφές ναυτιλιακών εταιρειών.
Το θέμα αυτό συζητήθηκε και στο 20ό διεθνές ναυτιλιακό φόρουμ της Capital Link που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη. Ο διευθύνων σύμβουλος της SFL Management, Ole Hjertaker, υπενθύμισε ότι στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και συγκεκριμένα την περίοδο 2002-2005, οι Νορβηγοί επενδυτές είχαν ιδιαίτερα έντονη παρουσία στις επενδύσεις στη ναυτιλία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επενδυτές αυτοί εστίαζαν κυρίως στην καθαρή αξία ενεργητικού των εταιρειών, το γνωστό NAV. Όταν όμως έκριναν ότι οι αποτιμήσεις είχαν φτάσει σε υψηλά επίπεδα, τη σκυτάλη πήραν οι επενδυτές των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγώντας σε ένα κύμα δημόσιων εγγραφών στη Νέα Υόρκη.
Νέα γενιά επενδυτών
Το ερώτημα σήμερα είναι πότε θα εμφανιστεί μια νέα γενιά επενδυτών που θα ενδιαφέρεται περισσότερο για τις μελλοντικές ταμειακές ροές και τα μερίσματα των ναυτιλιακών εταιρειών, παρά για την καθαρή αξία των περιουσιακών τους στοιχείων.
Ο επενδυτικός τραπεζίτης Wiley Griffiths της Morgan Stanley, ο οποίος στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε δημόσιες εγγραφές εταιρειών, όπως οι Teekay, Scorpio Tankers, Nordic American Tankers, Costamare και Ardmore Shipping, εμφανίστηκε πιο συγκρατημένος ως προς την επιστροφή μεγάλων IPO στη ναυτιλία.
Όπως σημείωσε, το ενδιαφέρον των αμερικανών επενδυτών παραμένει επιλεκτικό. Παρότι οι εταιρείες που είναι ήδη εισηγμένες στη Νέα Υόρκη διαθέτουν σήμερα ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και αποτελούν ελκυστικά παραδείγματα για νέες εισαγωγές, οι επενδυτές εξακολουθούν να εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μικρότερες εταιρείες με περιορισμένη κεφαλαιοποίηση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, όταν μια επένδυση αφορά εταιρείες μικρότερης χρηματιστηριακής αξίας, η έξοδος από αυτή μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη, κάτι που λειτουργεί αποτρεπτικά για ορισμένους επενδυτές.
Η δημόσια εγγραφή της Capital Tankers στο Όσλο δείχνει πάντως ότι το ενδιαφέρον για επενδύσεις στη ναυτιλία παραμένει ισχυρό και ότι το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό περιβάλλον μπορεί να διαδραματίσει πλέον πολύ μεγαλύτερο ρόλο στη χρηματοδότηση του κλάδου.