Παγκόσμια Μέρα Συμφιλίωσης ήταν η περασμένη Δευτέρα 25 Αυγούστου και η Φίνος Φιλμ κυκλοφόρησε ένα βίντεο, με την υπόμνηση πως αφού τα βρήκαν οι Φουρτουνάκηδες με τους Βροντάκηδες, τότε όλα γίνονται. Ε, όχι και όλα! Την ίδια μέρα, μια ματιά στις πρώτες ανακοινώσεις της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, μετά τη ραστώνη του Δεκαπενταύγουστου έδωσαν μια γεύση πολεμικής αναμέτρησης, ενόψει μάλιστα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Ανακοινώσεις επί ανακοινώσεων επί παντός του επιστητού, από το δράμα στη Μέση Ανατολή, τα οικονομικά μεγέθη, την ακρίβεια, έως το επίδομα στους πυροσβέστες. Σε αντίθεση με το πνεύμα της ημέρας, το πολιτικό σκηνικό εγκαινίαζε μια ακόμη… Μέρα Πολιτικής Αντιπαράθεσης.
Ας σημειώσουμε πως μπαίνουμε στον Σεπτέμβριο και, με βάση τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του Πρωθυπουργού, οι εκλογές θα γίνουν σε δύο χρόνια από τώρα. Το ερώτημα είναι πως αν σήμερα βιώνουμε μια περαιτέρω κλιμάκωση της πολιτικής αντιπαράθεσης, με όρους σκληρής κόντρας και τοξικότητας, πώς θα πορευτεί η χώρα-προσοχή, όχι η κυβέρνηση ή τα κόμματα αλλά η χώρα- για δύο ολόκληρα χρόνια;
Προβλήματα υπάρχουν και μάλιστα σοβαρά. Η κυβέρνηση οχυρώνεται για την αντιμετώπιση της αντιπολιτευτικής σφοδρής κριτικής και επιχειρεί να βγει από τη δύσκολη θέση (Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ), με μια επανεκκίνηση, αρχής γενομένης από τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ. Το ΠΑΣΟΚ κλιμακώνει τις επιθέσεις του κατά της κυβέρνησης, στρέφοντας την κριτική του σε θέματα οικονομίας και εμφανίζοντας μια χώρα σε κατάρρευση. Ανοίγει ταυτόχρονα μέτωπο κατά των κομμάτων της αριστεράς, στο χώρο της οποίας συγκρούονται ήδη υπογείως το υπαρξιακό δράμα του ΣΥΡΙΖΑ και οι πολιτικές φιλοδοξίες του βουλευτή του κόμματος, Αλέξη Τσίπρα. Δύο κόμματα στα αντίθετα του πολιτικού φάσματος, η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση, δεν υπολείπονται σε εκρήξεις κριτικής, με αντικυβερνητικό και όχι μόνο περιεχόμενο.
Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί οξύτητα, για την οποία λίγοι σήμερα μπορούν να προβλέψουν ποιες θα είναι οι παρενέργειές της; Ασφαλώς, έχουμε να κάνουμε με μια σύνθετη πραγματικότητα, γεμάτη αντιθέσεις, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο διεθνή περίγυρο. Θα μπορούσε όμως αυτό να γίνει η βάση για μια συναινετική πορεία, έστω σε βασικά και κρίσιμα θέματα, που να αποτελούσε ταυτόχρονα το πλαίσιο για ένα «παραγωγικό» πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης; Όπως είναι τα πράγματα, πρόκειται για ερώτημα επιστημονικής φαντασίας… Θα έλεγε κανείς ότι η τρομακτική εμπειρία της τοξικότητας και του λαϊκισμού, την περίοδο της μεγάλης κρίσης και της χρεοκοπίας, που παράτεινε δραματικά την υπέρβασή της-σε αντίθεση με άλλες χώρες-σαν να πέρασε και να μην άφησε ίχνη πίσω της.
Σήμερα, οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης και των βασικών κομμάτων της αντιπολίτευσης για κορυφαία θέματα απέχουν μεταξύ τους παρασάγγας. Ας δούμε τρεις μόνο περιπτώσεις για το λόγου το αληθές. Στο ερώτημα «πού πάει η χώρα», η μεν κυβέρνηση εκτιμά ότι παρά τα προβλήματα, η χώρα αναπτύσσεται, η οικονομία πάει καλά-παρά την ακρίβεια και τον πληθωρισμό-, τα πλεονάσματα αφήνουν χώρο για παροχές και πρόσθετα μέτρα, υπάρχει μια αίσθηση σταθερότητας σε έναν αβέβαιο κόσμο, τα όποια προβλήματα είναι αντιμετωπίσιμα, τις ανοιχτές πληγές διαχειρίζεται η δικαιοσύνη.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ-ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Βουλή- εκτιμά πως η χώρα πάει από το κακό στο χειρότερο, η οικονομία παραπαίει, η ακρίβεια είναι απότοκος της κυβερνητικής πολιτικής, τα πλεονάσματα είναι αποτέλεσμα υπερφορολόγησης και αξιοποιούνται από την κυβέρνηση για επικοινωνιακούς λόγους, τα σκάνδαλα πνίγουν την κυβέρνηση. Από κοντά, με σκληρότερη φρασεολογία ο ΣΥΡΙΖΑ-που υιοθετεί τη φρασεολογία για «καθεστώς Μητσοτάκη»-αλλά και τα μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Στα εθνικά θέματα-εκεί που ίσως κάποιος θα περίμενε προσεγγίσεις καθώς οι διεθνείς εξελίξεις μοιάζουν απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες- έχουμε την ίδια αβυσσαλέα εικόνα απόκλισης. Από τη μια, η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για ενδοτισμό, υποχωρητική στάση, κακούς χειρισμούς- από τη Μονή Σινά μέχρι το τουρκολιβυκό σύμφωνο-, αναιμική παρουσία στους διεθνείς οργανισμούς σε ό,τι αφορά στην κρίση στη Μέση Ανατολή, υποχωρητικότητα στην Άγκυρα.
Η κυβέρνηση αποκρούει την κριτική, αντιτείνοντας ότι οι σύνθετες πραγματικότητες που διαμορφώνονται απαιτούν προσεκτικούς χειρισμούς, που δεν συνιστούν υποχωρητικότητα, ότι η χώρα κρατά τις αναγκαίες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, ότι είναι υπολογίσιμη πλέον δύναμη στην Ευρώπη και τον ΟΗΕ. Βαθύ το χάσμα και για το μεταναστευτικό, με την κυβέρνηση να υπερασπίζεται τα σκληρά μέτρα που πήρε πρόσφατα και προωθεί άμεσα με σχετική νομοθετική ρύθμιση και την αντιπολίτευση να κραυγάζει για καταφανείς παραβιάσεις των διεθνών συνθηκών, συγγενείς με τις πρακτικές της ακροδεξιάς…
Τίποτα δεν προοιωνίζεται ότι αυτές οι διαμετρικά αντίθετες προσεγγίσεις της ελληνικής πραγματικότητας από τις πολιτικές δυνάμεις θα αμβλυνθούν. Αντίθετα, η ΔΕΘ αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το κατώφλι για το πέρασμα σε μια οξύτερη φάση πολιτικής σύγκρουσης, που αφήνει χώρο για σκέψεις ότι η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές, δίνει τροφή για συζητήσεις αναθεώρησης του εκλογικού νόμου και ελπίδες σε πρώην να επιστρέψουν με ταχύρρυθμες διαδικασίες…