Συναίνεση: O “απαγορευμένος καρπός” για το πολιτικό σύστημα

Μπορεί στην Ελλάδα η συναίνεση από συνώνυμο της «προδοσίας» ή της «αναγκαστικής λύσης» να αποτελέσει υπόβαθρο πολιτικής αναγέννησης;

Ολομέλεια της Βουλής © Eurokinissi

Πολιτικό παράδοξο: Το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώνει οι προτάσεις για συναινέσεις, την ώρα που αποτελεί κοινή παραδοχή η ανυπαρξία συναινετικών διαδικασιών. Σε ένα βαθύτατα πολωμένο πολιτικό σύστημα, με καθολική έλλειψη εμπιστοσύνης από όλους προς όλους, με ανοιχτά μέτωπα -Τέμπη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ- που ορθώνουν ανυπέρβλητα εμπόδια συνεννόησης, με μια πορεία που πλέον το τέλος της ορίζεται από τις εκλογές του 2027, ακόμα και η υποψία συναινέσεων οδηγεί σε αδιέξοδα και αντιπαραθέσεις. Είναι τέτοια η πόλωση, που αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να επιτευχθούν συγκλίσεις στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, που κάποια στιγμή θα δρομολογηθεί.

Ίσως δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα -μιας και μιλάμε για τη συνταγματική αναθεώρηση- από την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 86 του Συντάγματος περί ευθύνης υπουργών. Ο πρωθυπουργός έχει ήδη δηλώσει πρόθυμος για την αλλαγή της διάταξης αυτής. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης σχεδόν στο σύνολό τους έχουν διατυπώσει ανάλογες προτάσεις. Κι όμως, η πιθανότητα σύγκλισης ακόμα και στα αυτονόητα εμφανίζεται μηδαμινή!

Θέλετε κι άλλα παραδείγματα; Από το βήμα της Βουλής ο πρωθυπουργός πρότεινε τη σύσταση διακομματικής επιτροπής με διακομματικό προεδρείο για να συζητηθούν λύσεις για τον πρωτογενή τομέα. Στα αζήτητα. Η Ντόρα Μπακογιάννη είχε ρίξει τον περασμένο Οκτώβριο τη σκέψη για ένα άτυπο συμβουλευτικό όργανο αποτελούμενο από τέσσερις πρώην πρωθυπουργούς και τον Ευάγγελο Βενιζέλο, για την εξωτερική πολιτική. Στα αζήτητα και αυτή. Το περασμένο καλοκαίρι, το ΠΑΣΟΚ πρότεινε διακομματική συναίνεση για το εθνικό απολυτήριο, που είχε καταρχήν θετική ανταπόκριση αλλά παραμένει μέχρι σήμερα στον πάγο.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Οι όποιες προτάσεις για συναινετικές διαδικασίες συνθλίβονται στις μυλόπετρες της πολιτικής πόλωσης, των ρήξεων και των κομματικών σκοπιμοτήτων. Κι όσο περνάει ο καιρός, τα ρήγματα στο πολιτικό φάσμα βαθαίνουν.

Η έλλειψη κουλτούρας συναινέσεων τινάζει στον αέρα και τις όποιες προσπάθειες στο χώρο της αντιπολίτευσης να υπάρξουν συγκλίσεις και προγραμματικές συμφωνίες για μια εναλλακτική απάντηση στη διακυβέρνηση του τόπου από τη ΝΔ. Αυτό είναι και το βαθύτερο πρόβλημα αυτών που προεξοφλούν ότι ήρθε το τέλος της αυτοδυναμίας και μπαίνουμε σε εποχή συνεργασιών και συμμαχιών. Με ποιες προϋποθέσεις, αλήθεια;

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο, δεν αφορά μόνο την τρέχουσα πολιτική συγκυρία. Άλλωστε η έλλειψη συναινέσεων κόστισε στην Ελλάδα μερικά χρόνια παραπάνω μνημονίων, λιτότητας και πόνου, την ώρα που άλλες χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ιρλανδία, λυτρώθηκαν νωρίτερα από την κρίση λόγω των βασικών συμπλεύσεων του πολιτικού κόσμου. Γιατί όμως παρά την οδυνηρή εμπειρία μας, γυρίσουμε την πλάτη στις όποιες πρωτοβουλίες συγκλίσεων; Μήπως οι τραυματικές εμπειρίες της κρίσης και οι επιπτώσεις των αναγκαστικών κυβερνήσεων συνεργασίας αφήνουν μέχρι σήμερα το αποτύπωμά τους στη συλλογική συνείδηση;

Πρώτα απ’ όλα, στη χώρα η συναίνεση εκλαμβάνεται ως πολιτική ήττα και όχι ως θεσμική υπεροχή. Μια συμφωνία που θα «νομιμοποιεί» τον αντίπαλο, που θα δίνει «συγχωροχάρτι» στην κυβέρνηση, που θα αποτελεί κυβερνητικό ελιγμό για να «εκθέσει» τους αντιπολιτευόμενους είναι καταδικασμένη να πεθάνει εν τη γενέσει της. Υπάρχει βέβαια και η βαθύτερη αιτία, η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των κομμάτων στα ψήγματα συγκλίσεων που διαγράφονται στον ορίζοντα. Είναι η πρόταση της κυβέρνησης για διακομματική επιτροπή για τους αγρότες ειλικρινής; Ή μήπως είναι ένας ελιγμός για τη διαχείριση της κρίσης με τα μπλόκα; Θέλει η αντιπολίτευση να στηρίξει στα σοβαρά έναν διάλογο για τον πρωτογενή τομέα; Ή μήπως επενδύσει στην παράταση των μπλόκων, για να αποκομίσει μικροκομματικά οφέλη; Έτσι δεν γίνεται χωριό, ο καθένας μας το αντιλαμβάνεται.

Ειδικά όμως για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η επιλογή της καθολικής άρνησης επιμέρους συγκλίσεων με τη κυβερνητική παράταξη, δεν έχει να κάνει μόνο με την εκτίμησή τους ότι είναι «διεφθαρμένη», ανίκανη, υποκριτική. Λειτουργεί το φοβικό σύνδρομο πως κάθε υποψία συναίνεσης θα δεχτεί τα πυρά των άλλων κομμάτων, με τη κατηγορία του «συστημικού» παίκτη ή θα ενισχύσει τους φόβους των διαρροών προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Έτσι κάθε κόμμα, μικρότερης ή μεγαλύτερης ισχύος, οχυρώνεται στα κομματικά του σύνορα, νιώθοντας ασφάλεια, με την επιλογή της συγκρουσιακής πολιτικής. Είναι και μια ιδιότυπη άμυνα στα αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων από τις «αντισυστημικές» δυνάμεις, που καραδοκούν για να δώσουν περαιτέρω ισχυρά πλήγματα στο κλονιζόμενο πολιτικό μας σύστημα…

Μπορεί από το αδιέξοδο αυτό να υπάρξει μια αντίστροφη διαδικασία πολιτικής ανάταξης; Μπορεί στην Ελλάδα η συναίνεση από συνώνυμο της «προδοσίας» ή της «αναγκαστικής λύσης» να αποτελέσει υπόβαθρο πολιτικής αναγέννησης; Είναι εφικτή μια άλλη προσέγγιση της συζήτησης που απαιτείται για σοβαρές αλλαγές στον συνταγματικό χάρτη; Τέλος, πόσο έχουμε την πολυτέλεια της πολυδιάσπασης και της τοξικότητας σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές εξελίξεις ξεπερνούν και την πιο διεστραμμένη πολιτική φαντασία; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά μόνο αισιοδοξία δεν εμπνέουν.