Ζούμε την εποχή των αρχηγών χωρίς… κόμμα, των προσωπικοτήτων χωρίς πρόγραμμα, των πολιτικών χωρίς επιτελείο; Οι συζητήσεις για τα φαινόμενα αυτά αναζωπυρώνονται σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που πάντα τα πρόσωπα έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο ακόμα και στην εποχή του δικομματισμού. Όμως σήμερα, με την μνημονιακή περίοδο να είναι πίσω μας, οι πολιτικές πρακτικές του τύπου one man show επανέρχονται δυναμικά, ιδιαίτερα την περίοδο μετά τις ευρωεκλογές.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ενός μονοπρόσωπου πολιτικού μοντέλου. Η «μάνα των Τεμπών» βρέθηκε επάνω στο κύμα οργής και αγανάκτησης για τα Τέμπη, που κορυφώθηκε πριν από ένα χρόνο με τις ογκώδεις διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα. Όμως εδώ και ένα μήνα έκανε γνωστή δημόσια την πρόθεσή της να ηγηθεί ενός πολιτικού κόμματος ή κίνησης -αδιευκρίνιστο ακόμα- στο δρόμο προς τις εκλογές. Η πολιτική της επιλογή όμως συνοδεύτηκε από δύο παράδοξα. Πρώτον, δεν υπάρχουν ακόμα προγραμματικές θέσεις πέραν αυτών που αφορούν τη ρομφαία της κάθαρσης, την επίθεση στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, την ιδιότυπη «αντισυστημική» της τοποθέτηση. Όμως χρειάστηκαν μόλις δύο παρεμβάσεις της -για τις αμβλώσεις και για τις εξηγήσεις που ζήτησε για την επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη με τον Ερντογάν- για να φανεί το έλλειμμα σε ό,τι αφορά τις θέσεις σε καίρια ζητήματα της πολιτικής ατζέντας. Παράλληλα, η πρόθεσή της να πάρει μέρος στις εκλογές συνοδεύτηκε από αναφορές σε μια «επιτροπή σοφών», που ακόμα δεν γνωρίζουμε τη σύνθεσή της.
Σε μια παράλληλη διαδρομή, ο Αλέξης Τσίπρας συνεχίζει να ακολουθεί τον ιδιότυπο δρόμο του rebranding ή της επιστροφής του στο πολιτικό προσκήνιο, με κύριο όχημα την «Ιθάκη», η παρουσίαση της οποίας συνεχίζεται σε Ιωάννινα, Λάρισα, Ηράκλειο. Κι ενώ το βάρος των εμφανίσεών του πέφτει στην προσπάθεια να δώσει εξηγήσεις κυρίως για την πρωθυπουργική του θητεία, οι προγραμματικές του θέσεις ακόμα αγνοούνται -μόλις χτες ανακοίνωσε 12μελή ομάδα εργασίας για κείμενο θέσεων. Τις ελάχιστες φορές που έγινε αναφορά σε καινούριες θέσεις -όπως η εξύμνηση του δημοκρατικού καπιταλισμού, πέρσι το καλοκαίρι-, αυτές αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία. Σε ό,τι αφορά στο επιτελείο του, μέχρι στιγμής έχουν ανακοινωθεί οι 41 συνεργάτες του στο Ινστιτούτο του και πέραν αυτού ουδέν. Σε περιφερειακό επίπεδο, καταγράφονται οι πρώτες συγκεντρώσεις οπαδών σε μια προσπάθεια εμφάνισης μιας αυθόρμητης, κινηματικής οργάνωσης «από τα κάτω». Ακούγεται επίσης ότι ενδέχεται να υπάρξει μια πρωτότυπη κάθοδος στις εκλογές, μόνο με την κατάρτιση ψηφοδελτίου…
Οι δύο περιπτώσεις χαρακτηρίζουν το ρεύμα της εποχής «κόμμα ή κίνημα έτσι, χωρίς πρόγραμμα» και έρχονται να προστεθούν σε υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς, που προσδιορίζονται κυρίως από τους αρχηγούς τους, όπως η Ελληνική Λύση του κ. Βελόπουλου, η Φωνή Λογικής της κ. Λατινοπούλου. Ή πιο χαρακτηριστική περίπτωση βεβαίως είναι η παρουσία της κ. Ζωής Κωνταντοπούλου, που εξακολουθεί να πρυτανεύει στην Πλεύση Ελευθερίας, επενδύοντας στις παρεμβάσεις της για τα Τέμπη, αλλά και τον ΟΠΕΚΕΠΕ κυρίως μέσω της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής.
Είναι, συνεπώς, δυνατόν πολιτικές προσωπικότητες να δίνουν το παρών χωρίς βασικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία ενός κομματικού σχηματισμού; Η απάντηση είναι πως, ναι, στις μέρες μας είναι δυνατό. Άλλωστε το πιστοποιούν τα δημοσκοπικά ευρήματα, που έχουν να κάνουν με όχι αμελητέα ποσοστά ενδιαφέροντος για τα εγχειρήματά τους. ΄
Πολλές είναι οι εξηγήσεις που μπορούν να δοθούν για το πώς εμφανίζονται «ανορθόδοξα» παίκτες στην πολιτική σκηνή. Είναι φανερό πως στην Ελλάδα-αλλά και διεθνώς- η πολιτική έχει μετατοπιστεί από τα προγράμματα στα σύμβολα. Εν προκειμένω, η κ. Καρυστιανού συμβολίζει μια ηθική αγανάκτηση και αντισυστημική δικαίωση ενώ ο κ. Τσίπρας μια πιθανή «δεύτερη ευκαιρία». Κι αυτά, την ίδια ώρα που τα προγράμματα των «θεσμικών» κομμάτων, όπως της ΝΔ ή του ΠΑΣΟΚ για παράδειγμα, δεν αρκούν για να καλύψουν το κενό εκπροσώπησης και τη δυσπιστία προς τους θεσμούς σε κρίσιμο τμήμα της κοινής γνώμης. Μια άλλη παράμετρος είναι η βοήθεια που προσφέρουν τόσο τα Μέσα Ενημέρωσης όσο και οι δημοσκοπικές έρευνες, που επιτελούν μετρήσεις των διαθέσεων της κοινής γνώμης, χρήσιμες για τους φιλόδοξους αρχηγούς κομμάτων για το αν και πώς θα προχωρήσουν σε συγκροτημένο προγραμματικό λόγο ή και αξιόπιστο επιτελείο. Είναι μια ανέλπιστη προσφορά, που οι ίδιοι δεν θα είχαν τη δυνατότητα να επιτελέσουν.
Ωστόσο, αν η ασάφεια και η αποφυγή να ανοίξουν τα χαρτιά τους τούς δίνει ένα επικοινωνιακό πλεονέκτημα, αργά ή γρήγορα η σκληρή πραγματικότητα θα θέσει διλήμματα: Ποιες θα είναι οι θέσεις για την ακρίβεια, τα ενοίκια, τους μισθούς, την υγεία και την παιδεία; Ποιες θα είναι οι προτάσεις για την εξωτερική μας πολιτική; Ποιες οι τοποθετήσεις για την αναβάθμιση των θεσμών, εκτός από το «ανάθεμα» εναντίον τους;
Όσο βαδίζουμε προς τις εκλογές, τόσο η προγραμματική ανάγκη και τα πρόσωπα-κλειδιά των φιλόδοξων αρχηγών ή πολιτευτών θα γίνεται αδήριτη και να προτάσσεται από τους πολίτες ως κριτήριο. Συνεπώς, ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς.