Η Συνταγματική Αναθεώρηση πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι διεκπεραιωτική, το μήνυμα του κυβερνητικού εκπροσώπου στον απόηχο του διαγγέλματος Μητσοτάκη. «Το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων θα αναμετρηθεί με την ιστορία και θα δώσουν εξετάσεις στους πολίτες. Εμείς δεν θέλουμε μια διεκπεραιωτική διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης» ανέφερε ο Παύλος Μαρινάκης κατά τη σημερινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.
Και εξήγησε: «Ο πρωθυπουργός ως πρόεδρος της ΝΔ και επικεφαλής της ΚΟ επιδιώκει μια αναθεώρηση με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση, όπου θα δημιουργήσει νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης. Το πιο σημαντικό είναι να μην επιτρέψουμε ξανά η χώρα να βρεθεί στα βράχια από τους επόμενους λαϊκιστές, θιασώτες του «λεφτά υπάρχουν», τους επόμενους εμπόρους ελπίδας και μαξιμαλιστές. Να μην επιτρέπεται δηλαδή να ψηφίζονται προϋπολογισμοί που εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά και παράγουν ελλείμματα. Είναι μια ευκαιρία τα κόμματα πέριξ του Κέντρου να αναμετρηθούν με την ιστορία τους και θα δείξουν ότι το κακό τους παρελθόν το απέβαλαν. Αλλιώς δεν θα το στηρίξουν πετώντας την μπάλα στην εξέδρα και θα αποδείξουν ότι δεν έχουν αλλάξει».
Αναφερόμενος στην αναθεώρηση του Άρθρου 86 (ευθύνη υπουργών), ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι «δεν πρέπει να περνάει από το φίλτρο των κομματικών συσχετισμών η παραπομπή ή μη ενός υπουργού στη Δικαιοσύνη. Όλα τα κράτη της Ευρώπης έχουν μια διαδικασία ξεχωριστή προφανώς. Αυτό είναι που πρέπει να συζητήσουν τα κόμματα μεταξύ τους».
Για το Άρθρο 16 και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ο κ. Μαρινάκης σημείωσε: «Ήρθε η ώρα να μην χαθεί άλλη ευκαιρία, όπως χάθηκε το 2008 με την τότε ιστορική κυβίστηση του ΠΑΣΟΚ».
Σχετικά με την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, έκανε λόγο για «πολιτική μάχη» και τόνισε: «Ήρθε η ώρα να δούμε το ζήτημα της αξιολόγησης στο Δημόσιο, να το συνδέσουμε με το Σύνταγμά μας και με τη συζήτηση περί μονιμότητας».
«Η Συνταγματική Αναθεώρηση αποτελεί μια εμβληματική περίοδο στην ιστορία του κράτους που μπορεί να οδηγήσει σε νέο σύγχρονο υπόδειγμα διακυβέρνησης, που θα ενισχύσει τους θεσμούς και την εμπιστοσύνη των πολιτών» κατέληξε.