Συνταγματική Αναθεώρηση: Τα μέτωπα που ανοίγουν και το δύσκολο στοίχημα της συναίνεσης

Ποιά είναι τα έξι άρθρα του Συντάγματος που θέλει να αναθεωρήσει η κυβέρνηση και η στάση της αντιπολίτευσης

Ολομέλεια της Βουλής © ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Ο δρόμος για την πέμπτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 άνοιξε χθες, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει λόγο – μιλώντας στον ΣΚΑΪ – για «ευκαιρία να φύγουμε από το σκληρό πεδίο της σκληρής κομματικής περιχαράκωσης, όπου κανείς δεν συζητάει με κανέναν» και για τα κόμματα «να τοποθετηθούν επί της ουσίας των διατάξεων».

Η προσέγγιση του ΠΑΣΟΚ ήταν συγκριτικά η πιο ήπια, με τον Παναγιώτη Δουδωνή να λέει ότι «θα συμμετάσχουμε στη σχετική συζήτηση από τη δική μας αφετηρία και με σκοπό να διαμορφωθούν οι σχετικές ρυθμίσεις και οι σχετικές υπερπλειοψηφίες στη δεύτερη, τη λεγόμενη Αναθεωρητική Βουλή κατά τις προβλέψεις του ίδιου του Συντάγματος».

Η στάση της αντιπολίτευσης

Άφησε, δηλαδή, να εννοηθεί ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί στο τέλος να μην υπερψηφίσει καμία διάταξη στην παρούσα Βουλή, αλλά μόνο στην επόμενη. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτης Φάμελλος, μίλησε για «υποκρισία Μητσοτάκη να μιλά για την αναθεώρηση του Συντάγματος που έχει καταστρατηγήσει επανειλημμένα και βάναυσα», ενώ η Νέα Αριστερά ανέφερε ότι «η προωθούμενη από τη ΝΔ αναθεώρηση-αντιμεταρρύθμιση αποτελεί έναν ακόμη λόγο να φράξουμε τον δρόμο σε μια τρίτη θητεία της ΝΔ, μέσω της οποίας θα ολοκληρωθεί η θεσμική καταστροφή».

Κηρύσσοντας ουσιαστικά την έναρξη της διαδικασίας της αναθεώρησης (τυπικά αυτό θα γίνει τον Απρίλιο), ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάλεσε με τηλεοπτικό του μήνυμα το πολιτικό σύστημα συνολικά να τολμήσει «μεγάλες τομές, που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, εισάγοντας ρυθμίσεις για την καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής και συμβαδίζοντας με νέα δεδομένα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση».

Παράλληλα, με επιστολή του – με την ιδιότητα του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας – στους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, τους καλεί να στείλουν μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου τις δικές τους προτάσεις, ώστε να συνδιαμορφώσουν την τελική πρόταση της ΝΔ και να ακολουθήσει η διαβούλευση με τα υπόλοιπα κόμματα.

Εξάλλου οποιοδήποτε άρθρο για να αναθεωρηθεί απαιτεί τουλάχιστον 180 βουλευτές είτε στην ψηφοφορία στην παρούσα Βουλή, που είναι η προτείνουσα είτε στην επόμενη Βουλή, όποια δηλαδή προκύψει από τις εθνικές εκλογές το 2027.

Αθροιστικά, τα άρθρα που θα μπουν στο τραπέζι της συζήτησης για την αναθεώρηση αναμένεται να είναι περισσότερα από τα μισά του Συντάγματος, που αριθμεί 120.

Τα έξι άρθρα προς αναθεώρηση

Ωστόσο, τα βασικά άρθρα που θέλει να αναθεωρήσει η κυβέρνηση, είναι τα ακόλουθα έξι (σε εισαγωγικά το συγκεκριμένο εδάφιο του κάθε άρθρου που επιδιώκει να αλλάξει:

Άρθρο 16: «H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση». Η αναθεώρηση του συγκεκριμένου άρθρου αποτελεί μια πάγια θέση, εδώ και δεκαετίες, της Νέας Δημοκρατίας, με τον κ. Μητσοτάκη να κάνει λόγο στη χθεσινή του τοποθέτηση για «άρση του αναχρονιστικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την ίδρυση και μη κρατικών πανεπιστημίων».

Άρθρο 30: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Bουλή για περίοδο πέντε ετών. Eπανεκλογή του ίδιου προσώπου επιτρέπεται μία φορά μόνο». Στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι ο θεσμός πρέπει να προστατευθεί πιο αποτελεσματικά και να μείνει μακριά από κομματικές σκοπιμότητες, για αυτό και η εισήγηση της πλειοψηφίας θα είναι η θητεία να είναι εξαετής και να μην μπορεί να ανανεωθεί.

Άρθρο 79: «H Boυλή κατά την τακτική ετήσια σύνoδό της ψηφίζει τoν πρoϋπoλoγισμό των εσόδων και εξόδων τoυ Kράτoυς για τo επόμενo έτoς». Δεν θα αλλάξει κανένα εδάφιο στο άρθρο αυτό, αλλά θα προστεθεί ένα που θα προβλέπει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Η συνταγματική αναθεώρηση «θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού», ανέφερε ο πρωθυπουργός, χωρίς ακόμα να διευκρινίζει ποια θα είναι η ακριβής πρόβλεψη του αναθεωρημένου Συντάγματος.

Άρθρο 86: «Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Το άρθρο δεν θα απαλειφθεί, αλλά ο ρόλος της Βουλής θα περιοριστεί, δίνοντας περισσότερο χώρο στον ρόλο της Δικαιοσύνης. «Είναι γνωστό ότι πιστεύω βαθιά στην αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης Υπουργών ενώ αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους. Την αλλαγή του άρθρου 86, άλλωστε, την υπερασπίζομαι εδώ και 20 χρόνια», ανέφερε στο τηλεοπτικό του μήνυμα ο πρωθυπουργός.

Άρθρο 90: «Oι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου». Η αλλαγή στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει κατά καιρούς το δημόσιο διάλογο. Ο πρωθυπουργός μίλησε χθες για «πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, μία πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης».

Άρθρο 103: «Oι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν». Η άρση της μονιμότητας και η σύνδεσή της με την αξιολόγηση θα είναι ίσως ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα θέματα που θα τεθούν στον δημόσιο και στον κοινοβουλευτικό διάλογο. Ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι «μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική πρέπει, πλέον, να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση». Όπως εξήγησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, «εμείς πάμε σε μια λογική αξιολόγησης της αποδοτικότητας, της συνέπειας και όχι απαραιτήτως για να φτάσει στην απόλυση, αλλά ακόμα και στην επιβράβευση».