Παλιά γινόταν λόγος για τη «σιωπηρή πλειοψηφία». Με το πέρασμα του χρόνου-ιδιαίτερα μετά την κρίση-άρχισε να γίνεται λόγος για τους «ανθρώπους του καναπέ». Αυτούς δηλαδή, που για διαφορετικούς λόγους δεν προσέρχονται στην κάλπη στις εκλογές. Η συζήτηση για τους… «καναπέδες» πήρε μεγάλη έκταση μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2024,όταν η αποχή έφτασε στο ποσοστό ρεκόρ του 60%. Βέβαια, οι λεγόμενοι πολίτες που δεν σηκώνονται από τον καναπέ τους είναι μια ευρύτερη ομάδα, που δεν ανιχνεύεται εύκολα στις δημοσκοπήσεις.
Λίγους πλέον μήνες πριν από τις εκλογές του 2027, αρκετοί είναι οι πολιτικοί παράγοντες που καλούν τους αμέτοχους πολίτες να σηκωθούν από τον καναπέ τους και να προσέλθουν στις κάλπες. Οι εκκλήσεις προέρχονται από όλες στις πολιτικές δυνάμεις αλλά κυρίως από δυνάμεις της αντιπολίτευσης που θεωρούν τη σύγχρονη «σιωπηλή πλειοψηφία» ως μια δεξαμενή ψηφοφόρων που μπορεί να ενισχύσει την παρουσία τους.
Είναι σίγουρο πως όσο βαδίζουμε στις κάλπες, τόσο τα κόμματα-όλα ανεξαιρέτως-θα συμπεριλάβουν στις στρατηγικές τους την ενεργοποίηση πολιτών που δεν εμφανίζονται καν στο «δημοσκοπικό χάρτη». Άλλωστε οι ίδιοι οι δημοσκόποι κάνουν συχνά λόγο για αριθμό πολιτών, που καλούν για ερωτήσεις και δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να απαντήσουν. Κλείνουν το τηλέφωνο.
Εκλογές και όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως «αντισυστημικοί»
Ιδιαίτερες ελπίδες εναποθέτουν όλοι όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως «αντισυστημικοί» στον πολιτικό χάρτη. Θεωρούν ότι μπορούν να ελπίζουν στην προσέλκυση πολιτών που έχουν γυρίσει την πλάτη στα «συστημικά κόμματα». Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο ευθύγραμμα όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται. Βέβαια είναι αλήθεια πως η ΝΔ έχει χάσει ένα μέρος των ψηφοφόρων της-σήμερα κινείται στα επίπεδα του 30%- ενώ η βελόνα δεν ξεκολλάει για το ΠΑΣΟΚ που κινείται στο φάσμα 12-14%, με τον ΣΥΡΙΖΑ να συρρικνώνεται δραματικά.
Την ίδια ώρα νέα κόμματα κυοφορούνται, με τον Αλέξη Τσίπρα να επιχειρεί μια αναβαπτισμένη μέσω «Ιθάκης» επιστροφή, την Μαρία Καρυστιανού να απεκδύεται το ρόλο της «Μαρίας των Τεμπών» και να αναγγέλλει πολιτικό κόμμα, ακόμα και τον Αντώνη Σαμαρά να δηλώνει ότι «το ζυγίζει» αν θα προχωρήσει στη σύσταση πολιτικού φορέα.
Είναι οι νέες αυτές παράμετροι ικανή και αναγκαία συνθήκη να συνεγείρουν τους πολίτες «του καναπέ»; Όχι, κατ’ ανάγκην.
Ας ξεκινήσουμε από το προφανές. Ήδη εδώ και καιρό καταγράφεται μια γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης προς τα κόμματα. Στην έρευνα της aboutpeople, ο βαθμός εμπιστοσύνης μέσα σε δύο χρόνια (Μάρτιος 2023-Απρίλιος 2025) έπεσε από το 16 στο 14, με τον Πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο να βρίσκονται υψηλότερα σε βαθμό αποδοχής. Ανάλογα και η MRB στις τάσεις Δεκεμβρίου 2025 εμφανίζει το βαθμό εμπιστοσύνης στα κόμματα στην προτελευταία θέση με 20%, σε μια λίστα 30 θεσμών. (Καθημερινή, 8/2/26). Συμπέρασμα. Η κοινωνία εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά περιορισμένη εμπιστοσύνη στα κόμματα.
Το ενδιαφέρον είναι πως η εικόνα αυτή δεν μεταβάλλεται από την πολυάριθμη εμφάνιση κομματικών σχηματισμών, συστημικών και αντισυστημικών. Συνεπώς, τα φαινόμενα αποστασιοποίησης δεν ξεπερνιούνται αυτόματα από την παρουσία νέων σχηματισμών. Χρειάζονται πολύ περισσότερα για μια πιθανή υπέρβαση της κρίσης εμπιστοσύνης προς το κομματικό σύστημα, που έχει αποκτήσει χρόνια χαρακτηριστικά.
Οι ψηφοφόροι του «όλοι είναι ίδιοι» ή ότι δεν θα αλλάξει κάτι
Έπειτα, το κοινό που… δεν σηκώνεται από τον καναπέ του, δεν έχει ομοιόμορφα γνωρίσματα, κοινωνικά, πολιτισμικά ακόμα και ηλικιακά. Υπάρχουν αυτοί που έχουν εδραιωμένη την αντίληψη πως «όλοι είναι ίδιοι» ή ότι η ψήφος τους δεν θα αλλάξει τίποτα. Υπάρχουν οι νεότερες ηλικίες, με μικρό ενδιαφέρον για τις εξελίξεις, χαμηλό έως μηδαμινό ενδιαφέρον για την πολιτική, όπως εξελίσσεται-κυρίως όμως με οξυμένα προβλήματα καθημερινότητας που καλούνται να διαχειριστούν σε όλο και πιο δύσκολες συνθήκες. Υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι η αποστασιοποίησή τους είναι το καλύτερο μήνυμα που μπορούν να στείλουν ως διαμαρτυρία σε κάθε κατεύθυνση.
Υπάρχουν τα καθημερινά προβλήματα που επίσης πρέπει να συμπεριληφθούν στο λογαριασμό. Ακρίβεια, στεγαστικό, υγεία, συγκοινωνίες συνοδεύονται από αισθήματα απογοήτευσης, παραίτησης, θυμού. Την ίδια ώρα, η διεθνής αβεβαιότητα, η γεωπολιτική αστάθεια δημιουργούν αισθήματα ανασφάλειας και ωθούν στην αναζήτηση σταθερών λύσεων.
Ποιος λοιπόν μπορεί να βγει κερδισμένος από τον πολίτη που κρατά αποστάσεις ασφαλείας από τα κόμματα; Η κυβέρνηση που ήδη δια του Πρωθυπουργού πρόταξε ως δίλημμα των εκλογών τη «σταθερότητα ή ακυβερνησία»; Το ΠΑΣΟΚ που επαγγεται ως δίλημμα «νεοφιλελεύθερες πολιτικές, διαφθορά και παραγωγική υστέρηση ή πολιτική αλλαγή και πρόοδος»; Τον Αλέξη Τσίπρα που επικαλείται έναν «νέο πατριωτισμό ώστε να μπει τέρμα στις πρακτικές ασυδοσίας του πλούτου»; Της Μαρίας Καρυστιανού που επαγγέλλεται την κάθαρση με τιμωρία των υπεύθυνων ενάντια στο υπάρχουν κομματικό σύστημα;
Κάθε πολιτικός σχηματισμός, ας μη γελιόμαστε, έχει ένα συγκεκριμένο ακροατήριο που παρακολουθεί εξ αποστάσεως. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να μην υπολογίσει κάποιος το ενισχυμένο «αντισυστημικό ρεύμα» που ανιχνεύεται ποικιλοτρόπως. Ένα ρεύμα όμως, εξαιρετικά διαφοροποιημένο, που προς το παρόν είναι αδύνατο να εκφραστεί πολιτικά από ένα «παρδαλό» φάσμα αντιπολιτευτικών κομμάτων, που κινούνται στο όνομα του αντισυστημισμού- και από μια πλειάδα αρχηγών που διαξιφίζονται μεταξύ τους.