Όσο περνάει ο χρόνος και βαδίζουμε προς τις εκλογές, κάθε υποψία συναίνεσης εξοστρακίζεται από την πολιτική αντιπαράθεση σε όλα τα επίπεδα. Οι οξείες πολιτικές διαμάχες, οι αντιθέσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις αντιπολιτευτικές δυνάμεις, αλλά και οι διαγωνισμοί ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν αφήνουν περιθώρια για νηφάλιο διάλογο και συγκλίσεις ακόμα και στα αυτονόητα μικρά και μεγάλα.
Τα κρίσιμα θέματα της εξωτερικής πολιτικής που αγγίζει η πολιτική πόλωση
Ακόμα και σε μείζονα θέματα εξωτερικής πολιτικής, εκεί δηλαδή που θα περίμενε κανείς ορισμένες συγκλίσεις, το τοπίο είναι θολό. Ας δούμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Η μία αφορά στην αμυντική θωράκιση της ΕΕ, καθώς η ρωσική απειλή δεν εκλείπει και ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται στο τέταρτο έτος, με αβέβαιη έκβαση. Κι όμως, η ευθυγράμμιση της Ελλάδας στην κοινή αμυντική προσπάθεια, συναντά αντιδράσεις κυρίως από τα κόμματα της Αριστεράς. Επιφυλάξεις από την αντιπολίτευση διατυπώνονται και για τη συμφωνία με τη Chevron για εξόρυξη υδρογονανθράκων στα ανοιχτά της Κρήτης, αλλά και για την πορεία υλοποίησης του κάθετου άξονα. Μάλιστα, ο Αντώνης Σαμαράς έκανε λόγο για «δυνητική εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Υπάρχει παράλληλα, κριτική για την στενή συνεργασία με το Ισραήλ τόσο για θέματα άμυνας όσο και για μια ευρύτερη συνεργασία, από την Ινδία μέχρι και αραβικά κράτη. Πάντα στην ημερήσια διάταξη των αμφισβητήσεων βρίσκονται τα ελληνοτουρκικά. Άλλωστε, κριτική διατυπώθηκε από όλα τα πολιτικά κόμματα-στη μία ή την άλλη παραλλαγή-για τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν.
Αν τα δει κάποιος όλα αυτά από μια απόσταση θα αναρωτηθεί. Σε ποιους τομείς της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση-σε αυτήν την κρίσιμη διεθνή συγκυρία- και σε ποιους όχι; Πόσο εφικτή θα είναι η διασφάλιση της συνέχειας σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές, σε μια ενδεχόμενη νέα πολιτική τάξη πραγμάτων μετά τις εκλογές του 2026-ειδικά αν ανακύψουν συμμαχικά κυβερνητικά σχήματα; Ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνονται;
Στα ερωτήματα αυτά δεν υπάρχουν απαντήσεις, παρά μόνο μια αίσθηση ανατροπών, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει κάποιος σε ποιους τομείς. Θα υπάρχει συνέχεια, για παράδειγμα, στη διαδικασία οικοδόμησης στενών σχέσεων με τις ΗΠΑ; Ας μην κρυβόμαστε. Οι συναινέσεις σε κομβικά θέματα εξωτερικής πολιτικής είναι είδος πολυτελείας. Ακόμα και πολιτικοί παράγοντες που εξαγγέλλουν κόμματα στο άμεσο μέλλον-όπως ο κ. Τσίπρας ή η κ. Καρυστιανού– έχουν ως αφετηρία την αμφισβήτηση κυβερνητικών επιλογών πρώτης γραμμής για την εξωτερική πολιτική.
Οι επιπτώσεις στο εσωτερικό
Ακόμα πιο πολωτική είναι η διαχείριση πολιτικών κεφαλαίων εντός των συνόρων. Έπειτα από πέντε μήνες εργασιών στην εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, καταλήξαμε σε τρία πορίσματα με εκ διαμέτρου αντίθετες εκτιμήσεις για τις ευθύνες και τα πρόσωπα. Μια εικόνα που έρχεται να ενισχύσει την έλλειψη εμπιστοσύνης, που σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης επιδεικνύει στους θεσμούς.
Αλλά και σε θέματα «χαμηλής πολιτικής» τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Σύμφωνα με το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η βαθιά και παρατεταμένη πόλωση έχει ορατές επιπτώσεις και εντός του ελληνικού Κοινοβουλίου. Το ΚΕΦΙΜ έχει καθιερώσει τη μέτρηση της μέσης νομοθετικής συναίνεσης στο Κοινοβούλιο από το 2004. Ο σχετικός δείκτης, για την περίοδο 2023-2025, δηλαδή την πρώτη διετία της δεύτερης διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ, είναι ο χαμηλότερος από το 2004, μόλις στο 11,3%! Υπάρχει κόμμα, το ΚΚΕ, που στη διετία αυτή δεν ψήφισε κανένα νομοσχέδιο… Όμως ακόμα και στην πιο δύσκολη συγκυρία την περίοδο της κρίσης, με την τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ ο δείκτης ήταν στο 13,9%.
Και κατά την πρώτη τετραετία διακυβέρνησης από τη ΝΔ, ο δείκτης αυτός ήταν στο 21,1%. Είναι άξιο λόγου ότι κατά την περίοδο διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ (2015-2019), ο δείκτης νομοθετικής συναίνεσης έφτασε το 42,2%. Αυτό σημαίνει πως πρώτον, τα τότε κόμματα της αντιπολίτευσης «έβαλαν πλάτη» για να αντέξει η χώρα στη δοκιμασία των μνημονίων και, δεύτερον, παρά την πολιτική οξύτητα, η συναίνεση έπαιξε ρόλο στη διαδικασία ανόρθωσης της οικονομίας.
Ο σημερινός δείκτης είναι ευθέως ανάλογος της κλιμάκωσης της πολιτικής πόλωσης που επικρατεί και προβλέπεται να κυριαρχήσει στην τελική ευθεία προς τις κάλπες. Αυτό, πέραν των άλλων, εγείρει και ερωτήματα για το ποιος μπορεί να είναι ο βαθμός επιτυχίας του εγχειρήματος της αναθεώρησης του Συντάγματος, που εξ ορισμού είναι διαδικασία συνυφασμένη με συναινέσεις.
Στην εικόνα αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολυκερματισμός του αντιπολιτευτικού φάσματος, με τα κόμματα να επιλέγουν το «ο θάνατός σου η ζωή μου» ως μέσο για την επίτευξη καλύτερου εκλογικού αποτελέσματος. Το μικρόβιο της τοξικότητας, με άλλα λόγια, πλήττει και τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, στη μεταξύ τους αναμέτρηση.
Όλο και περισσότεροι εκτιμούν ότι οι προσεχείς εκλογικές αναμετρήσεις θα φέρουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις. Ωστόσο, σε τίποτε δεν θα ωφελήσει τον τόπο η παντελής έλλειψη στοιχειώδους συναντίληψης για κομβικά θέματα που αφορούν τη χώρα. Θα είναι ό,τι χειρότερο.