Ο πόλεμος, τα κόμματα και η επέλαση της ακρίβειας

Η Opinion Poll έδειξε πως το 85,4% των ερωτηθέντων ανησυχεί σοβαρά για τις εξελίξεις, ενώ το 73% δηλώνει ότι προτιμά την πολιτική σταθερότητα

Βουλή © Eurokinissi

Κάθε ώρα που περνάει, οι Έλληνες πολίτες συνειδητοποιούν ότι ποτέ έως τώρα οι άγριες πολεμικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή δεν επηρέαζαν τόσο πολύ τις εσωτερικές εξελίξεις. Αν πριν μόλις μερικές εβδομάδες, η ατζέντα κυριαρχούνταν από την ακρίβεια κυρίως, αλλά και τα άλλα ανοιχτά μέτωπα όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές, η επερχόμενη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών, τώρα αναδύονται νέα δεδομένα και προτεραιότητες. Αυτό κάθε άλλο σημαίνει πως τα εσωτερικά προβλήματα πρώτης γραμμής παραγράφονται ή παραμερίζονται. Είναι φανερό ωστόσο, πως η μεν κυβέρνηση επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία και τις επιπτώσεις τους, στο όνομα της παγκόσμιας αβεβαιότητας, η δε αντιπολίτευση δίνει το δικό της αγώνα για την ανάδειξη νέων δεδομένων στα ανοιχτά μέτωπα, που σχετίζονται με την υποβάθμιση των θεσμών και υποθέσεις διαφθοράς.

Ωστόσο, οι επιπτώσεις από τις πολεμικές συγκρούσεις που δεν φαίνεται να τελειώνουν σύντομα επιδρούν όσο ποτέ πριν τις αξιολογήσεις των πολιτών. Η δημοσκόπηση της Opinion Poll, που ολοκληρώθηκε την έκτη μέρα του πολέμου έδειξε πως το 85,4% των ερωτηθέντων ανησυχεί σοβαρά από τις εξελίξεις, ενώ το 73% δηλώνει προτίμηση στην πολιτική σταθερότητα-τάση, που έσπευσε να υπογραμμίσει ο Πρωθυπουργός, προτάσσοντας το αίτημα αυτό ως προτεραιότητα του κυβερνώντος κόμματος έως τις εκλογές. Επίσης, το 55,1% συνέδεσε την ψήφο του στις προσεχείς κάλπες με την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας. Το πρόβλημα των σφοδρών συγκρούσεων έφερε τον πόλεμο στη δεύτερη θέση αξιολόγησης των σοβαρότερων προβλημάτων, μετά την ακρίβεια.

Πολλά βέβαια θα κριθούν στο άμεσο μέλλον από την έκβαση του πολέμου και τις δραματικές επιπτώσεις στη ροή πετρελαίου και αερίου παγκοσμίως. Ωστόσο, σε αυτή τη φάση μπορούμε να εξάγουμε ορισμένα βασικά συμπεράσματα για τους συσχετισμούς στο πολιτικό σύστημα. Πριν απ’ όλα, εντονότατοι θα είναι οι κραδασμοί στο θέμα της ακρίβειας, που έτσι ή αλλιώς μετριέται εδώ και καιρό ως ο κύριος βραχνάς για τους πολίτες και τα εισοδήματά τους. Η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου και του αερίου προοιωνίζονται ένα νέο κύμα ανατιμήσεων, ακόμα και αν ο πόλεμος λήξει αύριο. Με το πρόβλημα αυτό είναι αντιμέτωπη η κυβέρνηση, που πάντως εμφανίζεται, βραχυπρόθεσμα, ενισχυμένη δημοσκοπικά, με άνοδο έως και 2-2,5 ποσοστιαίων μονάδων. Καρπώνεται τόσο τον αντίκτυπο από τις πρωτοβουλίες της ιδιαίτερα στην Κύπρο όσο και την στάση της για μη εμπλοκή στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ σε Ιράν και Λίβανο.

Προσπάθεια κεφαλαιοποίησης της ανόδου

Είναι σε εξέλιξη προσπάθεια κεφαλαιοποίησης αυτής της ανόδου ώστε να μην υπάρξει πισωγύρισμα αλλά και να λειτουργήσει ως «ανάχωμα» στις πιέσεις που δέχεται από την αντιπολίτευση για τις «ανοιχτές πληγές», με τον ΟΠΕΚΕΠΕ Νο2, την ανακίνηση των υποθέσεων με τις επισυνδέσεις. Αλλά πολλά θα κριθούν από το πώς θα γίνει η διαχείριση του νέου κύματος ακρίβειας, που ήδη καταγράφεται στα κοντέρ των αντλιών βενζίνης και στα ράφια. Το πλαφόν στα βενζινάδικα και ορισμένα βασικά είδη ήταν ένα πρώτο μέτρο, το οποίο η αντιπολίτευση το στηλίτευσε ως ανεπαρκές, θεωρώντας ότι πρέπει να μπει φρένο στην αφετηρία της αλυσίδας καυσίμων και όχι στα πρατήρια.

Πλέον η κυβέρνηση δεν αποκλείει τη μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα ή σε βασικά είδη διατροφής, εφόσον όμως-όπως είπε ο Πρωθυπουργός-υπάρξει συναίνεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κι εδώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιτείνουν ότι χωρίς δραστικούς ελέγχους και «σπάσιμο» των συμφωνιών κυρίων των καρτέλ, το μέτρο αυτό μπορεί να εξανεμιστεί πριν καν φτάσει στον καταναλωτή.

Μια άλλη διαπίστωση έχει να κάνει με τη δυναμική του ΠΑΣΟΚ. Αν και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κράτησε μια υπεύθυνη θεσμικά στάση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ωστόσο αυτό δεν αποτυπώνεται δημοσκοπικά. Οι εσωκομματικοί τριγμοί ενόψει του Συνεδρίου της ερχόμενης εβδομάδας φαίνεται να παίζουν το ρόλο τους, ενώ η Χαριλάου Τρικούπη επιμένει να κρατά ανοιχτά τα μέτωπα σε κρίσιμους τομείς της εσωτερικής πολιτικής επικαιρότητας.

Οι αβέβαιες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή ορθώνουν ένα φράγμα στη δυναμική του αντισυστημικού λόγου, καθώς η ασφάλεια εκφράζεται από τα «συστημικά» κόμματα, που μετά από καιρό εμφανίζονται ως εγγυητές της σταθερότητας. Το πολιτικό κλίμα επίσης δεν ευνοεί τα ακροδεξιά κόμματα, σε αντίθεση με τις τάσεις που καταγράφονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξαιτίας του πολέμου. Η πολεμική ατμόσφαιρα, παράλληλα δεν αφήνει περιθώρια για οφέλη στα κόμματα της Αριστεράς, που πλην του ΚΚΕ, είναι αντιμέτωπα με το πώς θα πορευτούν ως πολιτικές οντότητες την επόμενη μέρα. Σε κάθε περίπτωση επίσης, τόσο το κυοφορούμενο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα όσο και η πολιτική κίνηση της κ. Καρυστιανού κάθε άλλο παρά εμφανίζουν τάσεις ενίσχυσης ή δημιουργίας ρεύματος. Η πολεμική σύγκρουση μάλλον κάνει πιο δύσκολη την επιλογή ανακοίνωσης των πολιτικών τους προθέσεων.

Όπως και να έχει ένα είναι σίγουρο: κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι κραδασμοί του πολέμου δεν θα επηρεάσουν τις τελικές επιλογές των πολιτών στην κάλπη. Αν και ο δρόμος μέχρι την άνοιξη του 2027 είναι μακρύς και απρόβλεπτος.