Το ξεκόλλημα της βελόνας για το ΠΑΣΟΚ, την επομένη του Συνεδρίου, δεν είναι μια απλή και ευθύγραμμη διαδικασία. Βέβαια, το αποτύπωμα του Συνεδρίου περιορίστηκε-τουλάχιστον επικοινωνιακά- στο αν θα γίνει ή όχι συνεργασία με τη Δεξιά, αν είναι εφικτή ή όχι η πρωτιά στις εκλογές έστω με μια ψήφο και στο κλείσιμο, ποιοι εσωκομματικοί συσχετισμοί διαμορφώθηκαν.
Λίγα, ελάχιστα όμως ειπώθηκαν για τις παραμέτρους που καθορίζουν τη σύγχρονη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ. Μετρημένες στα δάχτυλα οι αναφορές τόσο του Προέδρου όσο και συνέδρων για το πόσο… σοσιαλδημοκρατικό είναι το κόμμα και ποιες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Η Άννα Διαμαντοπούλου θύμισε στο Συνέδριο ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα «σοσιαλδημοκρατικό, ενιαίο, αυτόνομο, διευρυμένο, ανοιχτό σε συνεργασίες».
Το ΠΑΣΟΚ ανήκει στην οικογένεια της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που διέρχεται, πλην εξαιρέσεων, μια βαθιά κρίση. Η αναζήτηση των αιτίων για τη συρρίκνωση της σοσιαλδημοκρατικής ευρωπαϊκής οικογένειας δεν αφορά τρίτους. Αφορά πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ, καθώς πολλές παράμετροι που το κρατούν καθηλωμένο δημοσκοπικά δεν είναι αποκλειστικά «ελληνικής προέλευσης». Έχουν να κάνουν με τη γενικότερη κρίση στρατηγικής των κομμάτων αυτών. Πολύ περισσότερο που η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας σχετίζεται με την εκτόπιση των κομμάτων από κυβερνητικά σχήματα, μετά από δεκαετίες. Μήπως λοιπόν χρειάζεται και μια ευρωπαϊκή ματιά σε ό,τι αφορά το τί πρέπει να γίνει ώστε να πάρει το ΠΑΣΟΚ δημοσκοπική ανάσα και να παίξει καθοριστικό μετεκλογικό ρόλο, όπως επιθυμεί η ηγεσία του;
Ένα μικρό «ταξίδι» σε τέσσερις χώρες-κλειδιά, φανερώνει τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) έχει συμμετάσχει στη διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία 28 χρόνια, με εξαίρεση μια τετραετία. Πρόσφατα όμως ήρθε μια νέα «φουρνιά» απογοητευτικών αποτελεσμάτων στις εκλογές της Ρηνανίας-Παλατινάτου-παραδοσιακό προπύργιο του SPD. Μετά βίας ξεπέρασε το όριο του 5% για είσοδο στη Βουλή, στις εκλογές στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, που ακολούθησαν. Η πτώση συνυπάρχει με μια έντονη αναζήτηση των αιτίων της κατάρρευσης, χωρίς να υπάρχει κατάληξη. Άλλοι αποδίδουν την καθίζηση στις επιπτώσεις από την «Ατζέντα 2010» του Σρέντερ-την χαρακτηρίζουν ιστορικό λάθος-, που απορρύθμισε την αγορά εργασίας και υπονόμευσε τους χαμηλότερους μισθούς. Άλλοι θεωρούν λαθεμένες τις κυβερνήσεις συνασπισμού με τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) και μάλιστα με τη συμμετοχή του ελάσσονος εταίρου. Ορισμένοι θεωρούν ότι έχασαν τις αλλαγές στην κοινωνική δομή, ενώ παράλληλα αποξενώθηκαν από παραδοσιακά εργατικά στρώματα, που στράφηκαν μάλιστα προς την ακροδεξιά. Το σημερινό (αναπάντητο) δίλημμα είναι αν το κόμμα πρέπει να κινηθεί πιο αριστερά ή να παραμείνει σε μια κεντρώα κατεύθυνση.
Στη Δανία ήρθε το επόμενο σοκ. Στις πρόσφατες εκλογές οι σοσιαλδημοκράτες ναι μεν παρέμειναν πρώτη δύναμη, αλλά με το χειρότερο εκλογικό ποσοστό από το 1903! 21% και 38 έδρες στη νέα Βουλή, 12 λιγότερες σε σχέση με την απερχόμενη. Έχουμε εκεί μετεκλογικό αδιέξοδο, άρχισαν οι διεργασίες για κυβέρνηση συνασπισμού, αλλά η συζήτηση γιατί τέτοια πτώση μόλις άρχισε στους κόλπους του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Παρά τις αντίθετες προβλέψεις, η σθεναρή στάση της Φρέντέρικσεν απέναντι στον Τραμπ για το θέμα της Γροιλανδίας φαίνεται να μην επισκίασε τη δυσαρέσκεια των πολιτών για το κόστος ζωής, την κατάσταση της οικονομίας και του κράτους πρόνοιας, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος. «Οι ψηφοφόροι δεν σέβονται ένα κόμμα, που δεν εφαρμόζει τη δική του πολιτική» ήταν η εκτίμηση του βουλευτή Βαγκν Λάρσεν.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο τις χώρες του Βορρά. Στις περσινές εκλογές στην Πορτογαλία, η Κεντροδεξιά συμμαχία με 32% έπαιρνε την πρώτη θέση οριακά δεύτερο το ακροδεξιό Chega και το Σοσιαλιστικό Κόμμα να υφίσταται μια από τις χειρότερες ήττες του, πέφτοντας στην Τρίτη θέση με 23%.
Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής της πτώσης των κομμάτων αυτών; «Η αδυναμία σαφούς πολιτικής ταυτότητας, η πίεση από την οικονομική κρίση και η μετατόπιση των ψηφοφόρων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα» εκτιμά η Politico σε πρόσφατη ανάλυσή της.
Υπάρχει βέβαια και η εξαίρεση του κανόνα, που είναι η Ισπανία του Σοσιαλιστή Πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Αναλυτές αναγνωρίζουν ότι ο Σάντσεθ, μετά την συρρίκνωση του δικομματισμού στη χώρα του, έμαθε να κυβερνά χωρίς αυτοδυναμία. Παράλληλα, δεν εγκατέλειψε τη στρατηγική της αναδιανομής εισοδήματος, την ατζέντα για κοινωνικό κράτος, εργασιακά δικαιώματα, ενώ «του βγήκαν» τα ανοίγματα την πράσινη μετάβαση και τα φεμινιστικά κινήματα. Ένα μείγμα παλιών και νέων συνταγών, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα και το όχι στον Τράμπ για τον πόλεμο στη Μ. Ανατολή. Όλα αυτά, σε συμμαχία με τα κόμματα της Αριστεράς και βεβαίως, των αυτονομιστών.
Τι συζητήθηκε απ’ όλα αυτά στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ; Πώς μπορούν να χαραχτούν τόσο οι προεκλογικές όσο και οι μετεκλογικές βλέψεις του κόμματος, αν όχι με μια ενσωμάτωση σε εσωκομματικό επίπεδο των προβληματισμών των «αδελφών κομμάτων»; Μήπως η διεθνής εμπειρία μπορεί να συμβάλει στις υπερβάσεις των διλημμάτων- αν θα γίνουν ανοίγματα στην Αριστερά ή αν παραμένει σε προτεραιότητα η προσέγγιση του κεντρώου χώρου; Έστω και την επόμενη μέρα του Συνεδρίου, αξίζει ένας δημιουργικός προσανατολισμός στο τι ακριβώς συμβαίνει στην Ευρώπη.