Μια καταγγελία για δημοσκόπηση της Interview– τελευταία μιας σειράς ερευνών του Σεπτεμβρίου- προκάλεσε διπλή αναταραχή. Πρώτον, επιχειρήθηκε η συνολική αμφισβήτηση των ερευνών -όχι για πρώτη φορά… Δεύτερον, αίφνης η συζήτηση επικεντρώθηκε στη μείωση της διαφοράς ανάμεσα στη δημοσκοπικά δεύτερη ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ. Ενδεικτικά, στη δημοσκόπηση της Metron Analysis, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα υποχώρησε από 17,1% τον Ιούνιο στο 15,8% τον Σεπτέμβριο. Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε από το 11,4% στο 12,6% το ίδιο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε νέες τριβές ανάμεσα τα δύο κόμματα και, αίφνης, η πολιτική συζήτηση εστιάστηκε στο ποιος «παίζει» τελικά για τη δεύτερη δημοσκοπική θέση. Παράδοξο, καθώς οι μετρήσεις εξακολουθούν να αναδεικνύουν τη ΝΔ πρώτη δύναμη περί το 30%, αν και βέβαια μακριά από το στόχο της αυτοδυναμίας.
Η συνεχιζόμενη ένταση και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ ωστόσο εξελίσσεται σε μια περίοδο που σχεδόν οι επτά στους δέκα πολίτες εκτιμούν ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση. Και όχι μόνο. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι μεγάλη. Η Νέα Δημοκρατία έχει χάσει σημαντικό μέρος της εκλογικής δύναμης του 2023. Η ακρίβεια, το στεγαστικό, η διαφθορά, η ανασφάλεια για το μέλλον τροφοδοτούν μια διάχυτη αίσθηση ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Και παρ’ όλα αυτά, απέναντι στην κυβέρνηση δεν διαφαίνεται να σχηματίζεται ένα μεγάλο πολιτικό ρεύμα, ένας ανταγωνιστικός εναλλακτικός πόλος. Ο δρόμος μοιάζει ακόμα μακρύς.
Το 66% λέει ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση. Κι όμως, το δεύτερο κόμμα βρίσκεται μόλις στο 15,8% και το τρίτο μεταξύ 12-13% ενώ η αδιευκρίνιστη ψήφους είναι σημαντική. Για πολλοστή φορά εμφανίζεται το δομικό πρόβλημα στο χώρο της αντιπολίτευσης. Αυτό που λείπει δεν είναι η δυσαρέσκεια των πολιτών. Είναι ότι το 66% των πολιτών που θεωρεί ότι η χώρα στραβά αρμενίζει (Metron Analysis) δεν συνιστά πολιτική παράταξη. Και το επίσης ανησυχητικό είναι ότι επειδή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποδοκιμάζει την πορεία της χώρας, δεν σημαίνει ότι αποτελεί εν δυνάμει εκλογικό σώμα μιας συγκεκριμένης αντιπολίτευσης. Ο κατακερματισμός μοιάζει αξεπέραστος.
Μέσα στο 66% συνυπάρχουν ο αριστερός που θέλει περισσότερο κράτος, ο φιλελεύθερος που ζητεί περισσότερες μεταρρυθμίσεις, ο συντηρητικός που θεωρεί ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές αξίες του, ο εργαζόμενος που πιέζεται από την ακρίβεια, ο νέος που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι και ο πολίτης που έχει απογοητευθεί από όλους και σκέφτεται να μην ψηφίσει. Όλοι αυτοί δεν είναι ένα ποτάμι. Είναι χείμαρροι, που κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Μέχρι την άνοιξη, οπότε έχουν εξαγγελθεί οι εκλογές, πολλά μπορούν να συμβούν όχι μόνο στον τόπο μας αλλά και στο διεθνή περίγυρο. Σίγουρα πάντως, οι αιτίες που κάνουν τους πολίτες να αισθάνονται ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά θα επιταθούν. Το κύμα ακρίβειας έρχεται ανεμπόδιστο προς το παρόν να σαρώσει προς τα πάνω τις τιμές σε όλα τα αγαθά. Κι όμως, όλα αυτά μέχρι στιγμής δεν δίνουν την ώθηση που απαιτείται στο χώρο της αντιπολίτευσης είτε κάποιο κόμμα να ξεχωρίσει ως αντίπαλον δέος στη ΝΔ είτε να εμφανιστούν ψήγματα, ενδείξεις για τα πολυθρύλητα «προοδευτικά μέτωπα».
Υπάρχουν παρόλα αυτά δυνατότητες να αλλάξει το πολιτικό τοπίο; Αυτό θα εξαρτηθεί από τους αναποφάσιστους, τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ, που είναι πολιτικά άστεγοι. Πάντως, όχι με ανακύκλωση των ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς. Κυρίως, με την προσέγγιση των δυνάμεων του Κέντρου. Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη απόσταση που πρέπει να διανύσει η αντιπολίτευση.
Ένας πολίτης μπορεί να πιστεύει ότι η κυβέρνηση απέτυχε στο στεγαστικό, ότι η ακρίβεια τον συνθλίβει ή ότι οι θεσμοί λειτουργούν προβληματικά. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θεωρεί τον Αλέξη Τσίπρα, τον Νίκο Ανδρουλάκη ή οποιονδήποτε άλλον καταλληλότερο να κυβερνήσει. Με άλλα λόγια, υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «θέλω να φύγουν αυτοί» και στο «θέλω να έρθουν εκείνοι». Το πρώτο παράγει οργή. Το δεύτερο παράγει πολιτική αλλαγή.
Ωστόσο, οι επιθυμίες ορισμένων να ενωθούν τα κόμματα ως λύση δεν απαντά στο μεγάλο ερώτημα, για το ποιος μπορεί όχι να συνδράμει σε μια ανέφικτη σύγκλιση έντονα ανταγωνιστικών δυνάμεων αλλά πώς θα καταφέρει να ενώσει διαφορετικές κοινωνικές δυσαρέσκειες. Να μιλήσει στον αριστερό χωρίς να τρομάζει τον κεντρώο. Στον νέο που δεν έχει κομματική ταυτότητα. Στον αναποφάσιστο. Ακόμη και σε εκείνον που σήμερα σκέφτεται ότι δεν αξίζει να πάει στην κάλπη. Και αυτή την απόσταση δεν έχει ακόμη καλύψει κανένας αντιπολιτευτικός σχηματισμός, με αποτέλεσμα η ΝΔ παρά τη φθορά της στα εφτάμισι χρόνια διακυβέρνησης του τόπου να διατηρεί την πολιτική πρωτοβουλία και να προηγείται με διψήφιο αριθμό του δεύτερου…
