Γιατί κολλάει η βελόνα των πολιτικών συσχετισμών στις δημοσκοπήσεις

Η κοινωνία δυσφορεί, τα προβλήματα συσσωρεύονται, η διεθνής αβεβαιότητα μεγαλώνει. Κι όμως οι δημοσκοπήσεις επαναφέρουν περίπου την ίδια εικόνα

Δημοσκόπηση© EUROKINISSI/TATIANA ΜΠΟΛΑΡΗ
Η κοινωνία δυσφορεί, τα προβλήματα συσσωρεύονται, η διεθνής αβεβαιότητα μεγαλώνει. Κι όμως, οι δημοσκοπήσεις επαναφέρουν περίπου την ίδια εικόνα: η Νέα Δημοκρατία πρώτη, σε μεγάλη απόσταση από την ΕΛΑΣ, το ΠΑΣΟΚ τρίτο, με μικρές μεταβολές που περιορίζουν ή διευρύνουν τις διαφορές χωρίς να ανατρέπουν τη διάταξη. Πώς γίνεται να κινούνται σχεδόν τα πάντα στην καθημερινότητα των πολιτών και να παραμένουν τόσο σταθεροί οι πολιτικοί συσχετισμοί;

Με βάση τις πανελλαδικές μετρήσεις που είχαν δημοσιευθεί έως τις 22 Οκτωβρίου:

ΕταιρείαΗμερομηνίαΜέτρησηΝΔΕΛΑΣΠΑΣΟΚ
Opinion Poll13/10Πρόθεση ψήφου25,5%13,3%10,4%
Εκτίμηση ψήφου30,3%15,9%12,3%
MARC15/10Πρόθεση ψήφου27,0%13,8%10,5%
Εκτίμηση ψήφου30,4%15,8%12,4%
GPO21/10Πρόθεση ψήφου25,2%13,5%11,2%
Εκτίμηση ψήφου29,4%15,7%13,1%
METRON22/10Πρόθεση ψήφου24,9%12,4%10,8%
ANALYSISΕκτίμηση ψήφου30%15%13%
Χρειάζεται, πάντως, μια διευκρίνιση. Η βελόνα δεν είναι εντελώς ακίνητη. Στη MARC, έναντι του Σεπτεμβρίου, η ΝΔ υποχωρεί από το 31% στο 30,4%, η ΕΛΑΣ από το 16% πέφτει στο 15,8%, ενώ το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει από το 11,5% στο 12,4%. Όμως, το ουσιαστικό είναι ότι δεν διακρίνεται ακόμη ρεύμα ανατροπής: η κυβερνητική φθορά δεν μετατρέπεται σε αντίστοιχη δυναμική ενός διεκδικητή της εξουσίας. Την ίδια ώρα, οι ερωτώμενοι σε συντριπτικά ποσοστά ανάγουν την ακρίβεια σε κυρίαρχο θέμα, οι επτά στους δέκα εκτιμούν ότι η χώρα βαδίζει σε λάθος κατεύθυνση και οι έξι στους δέκα προκρίνουν σενάρια πολιτικής αλλαγής. Όλα αυτά, σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, που όχι μόνο μεταβάλλεται μέρα με τη μέρα, αλλά επηρεάζει άμεσα και την καθημερινότητά μας, ιδιαίτερα στο ενεργειακό και τον πληθωρισμό.
Η πρώτη εξήγηση βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα στη δυσαρέσκεια και στην επιλογή. Άλλο να θεωρεί κάποιος ανεπαρκή την κυβέρνηση και άλλο να εμπιστεύεται συγκεκριμένο κόμμα για να την αντικαταστήσει. Η ακρίβεια, το ενοίκιο και ο λογαριασμός του ρεύματος μπορούν να απομακρύνουν έναν ψηφοφόρο από τη ΝΔ. Δεν του υπαγορεύουν, όμως, πού θα πάει. Αν οι εναλλακτικές δεν τον πείθουν, μπορεί να παραμένει αναποφάσιστος, να σκέφτεται την αποχή ή να διατηρεί την προηγούμενη επιλογή του με μικρότερο ενθουσιασμό. Αυτές είναι πιθανές διαδρομές· τα συνολικά ποσοστά δεν αποκαλύπτουν από μόνα τους ποια επικρατεί.
Μια παράμετρος είναι πως η ΝΔ μετά από 7 χρόνια στην κυβέρνηση και με δεδομένη τη φθορά, παραμένει πολιτικά κυρίαρχη, έστω μακριά από το στόχο για αυτοδυναμία. Παραγνωρίζουμε ωστόσο ότι ένα μέρος της φθοράς της έχει ήδη συντελεστεί και αποτυπώνεται στο σημερινό επίπεδο επιρροής της. Η επανάληψη ενός προβλήματος δεν προκαλεί υποχρεωτικά και ισόποση νέα απώλεια κάθε μήνα. Όποιος έχει ήδη αποχωρήσει δεν μπορεί να αποχωρήσει δεύτερη φορά. Στους υπόλοιπους περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες: όσοι εγκρίνουν την κυβερνητική πολιτική, όσοι διατηρούν ισχυρή κομματική ταύτιση και όσοι επιλέγουν συγκριτικά, θεωρώντας τις άλλες προτάσεις λιγότερο αξιόπιστες. Η πρωτιά μπορεί έτσι να συντηρείται ακόμη και μέσα σε κλίμα εκτεταμένης δυσφορίας.
Για την ΕΛΑΣ, έχουμε απότομη προσγείωση από τις αρχικές αισιόδοξες προβλέψεις. Μάλιστα, η κάμψη έστω και οριακή είναι εμφανής, με το ΠΑΣΟΚ να κλείνει διακριτά την ψαλίδα από το δεύτερο δημοσκοπικά κόμμα. Φαίνεται πως η  αναγνωρισιμότητα του Αλέξη Τσίπρα και η προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία του μπορούν να στηρίζουν έναν εκλογικό πυρήνα, αλλά δεν αρκούν για να διευρύνουν την απήχηση. Χρειάζεται να πειστούν πολίτες πέρα από τους ήδη διαθέσιμους υποστηρικτές ότι υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση στα σημερινά προβλήματα. Η επίκληση της αλλαγής κινητοποιεί ευκολότερα όταν συνοδεύεται από καθαρή εικόνα για το περιεχόμενο, τα πρόσωπα και τις δυνατότητες της επόμενης κυβέρνησης. Προς το παρόν, αυτό το αποτύπωμα είναι ζητούμενο.
Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει το αντίστροφο εμπόδιο: τα επιμέρους κέρδη του δεν έχουν αποκτήσει το μέγεθος που θα άλλαζε τον ρόλο του. Βέβαια, αξίζει να προσεχτούν ορισμένα ποιοτικά στοιχεία. Στην έρευνα της MARC, το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται πρώτο στο ερώτημα ποιο κόμμα ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, με 16,6%, έναντι 9,2% της ΕΛΑΣ. Η αναγνώριση της αντιπολιτευτικής παρουσίας, ωστόσο, δεν μεταφέρεται αυτομάτως στην κάλπη. Ο πολίτης μπορεί να επιδοκιμάζει μια παρέμβαση χωρίς να έχει πειστεί ότι το κόμμα που την κάνει μπορεί να ηγηθεί κυβέρνησης.
Παράλληλα, η δυσαρέσκεια έχει πολλούς αποδέκτες. Διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αποδίδουν διαφορετικά αίτια στην ίδια πίεση και αναζητούν διαφορετικές λύσεις. Η κοινή αγωνία για το κόστος ζωής δεν παράγει υποχρεωτικά κοινή πολιτική προτίμηση. Όταν η διαμαρτυρία διαμοιράζεται, κανένας αντίπαλος της κυβέρνησης δεν αποκτά εύκολα την κρίσιμη μάζα που θα δημιουργούσε προσδοκία επικράτησης. Πολύ περισσότερο που ο χώρος της αντιπολίτευσης είναι κατακερματισμένος χωρίς προηγούμενο.
Η διεθνής αβεβαιότητα προσθέτει μία ακόμη αντίρροπη δύναμη. Εντείνει την ανασφάλεια και την κριτική, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να αυξάνει τον δισταγμό απέναντι στην αλλαγή. Ενδεικτικά, στην Opinion Poll η ανάγκη σταθερότητας λόγω διεθνών αναταραχών αναφέρεται ως εκλογικό κριτήριο από το 27,1%. Δεν αποδεικνύεται έτσι γιατί ψηφίζει ο καθένας, διακρίνεται όμως ένας πιθανός μηχανισμός συγκράτησης μετακινήσεων.
Η σημερινή εικόνα παραπέμπει, επομένως, σε μια ισορροπία περιορισμένων προσδοκιών. Η κυβέρνηση δυσκολεύεται να ανακτήσει όσους έχασε και η αντιπολίτευση να τους συγκεντρώσει. Για να κινηθεί αποφασιστικά η βελόνα, χρειάζεται η κοινωνική δυσφορία να συναντήσει μια πειστική προοπτική διακυβέρνησης. Μέχρι τότε, η επιθυμία αλλαγής μπορεί να παραμένει ισχυρή, χωρίς να έχει αποκτήσει σαφή εκλογικό προορισμό.