Η επιθυμία για σταθερή κυβέρνηση συναντά έναν πολιτικό χάρτη που παράγει ολοένα περισσότερα κόμματα και ολοένα δυσκολότερες πλειοψηφίες. Αυτή είναι η βασική αντίφαση που διαμορφώνεται ενόψει των εκλογών του 2027. Ορισμένες ενδείξεις των τελευταίων δημοσκοπήσεων είναι χαρακτηριστικές. Στη δημοσκόπηση της GPO, το 52,7% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση και το 42,8% κυβέρνηση συνεργασίας. Στη μέτρηση της Metron Analysis για το MEGA, η κοινωνία εμφανίζεται σχεδόν μοιρασμένη: 49% υπέρ της αυτοδυναμίας και 48% υπέρ της συνεργασίας. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι περίπου ένας στους δύο προκρίνει την αυτοδυναμία, την ώρα που και η συνεργασία διαθέτει σημαντικό κοινωνικό έρεισμα.
Την ίδια ώρα, στην εκτίμηση ψήφου της Metron Analysis, η ΝΔ βρίσκεται στο 30%, η ΕΛΑΣ στο 15% και το ΠΑΣΟΚ στο 13%. Με τη συγκεκριμένη υπόθεση κατανομής εδρών, η ΝΔ θα εξασφάλιζε 119 έδρες, πολύ μακριά από τις 151. Παράλληλα, το 69% των ερωτηθέντων αναμένει επαναληπτικές εκλογές.
Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση; Μα γιατί η επιθυμία για κυβερνητική σταθερότητα και η επιλογή κόμματος απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα. Στο πρώτο, ο πολίτης σκέφτεται την επόμενη ημέρα: ποιος θα αποφασίζει, ποιος θα διαχειριστεί μια κρίση, αν η χώρα θα μπει σε περίοδο αβεβαιότητας. Στο δεύτερο, σκέφτεται την ακρίβεια, τη φορολογία, το εισόδημά του. Ένας ψηφοφόρος μπορεί, επομένως, να θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση και ταυτόχρονα να μην επιθυμεί την αυτοδυναμία της σημερινής ΝΔ. Μπορεί να θέλει σταθερότητα, αλλά να θεωρεί ότι η ψήφος σε ένα μικρότερο κόμμα είναι ο μόνος τρόπος να ακουστεί. Παράλληλα, μπορεί να αποδέχεται κατ’ αρχήν τη συνεργασία, αλλά να απορρίπτει τους συγκεκριμένους συνδυασμούς που συζητούνται ή να βλέπει το ανέφικτο εναλλακτικών λύσεων. Αυτές οι αντίρροπες τάσεις μπορούν να εκδηλωθούν με απρόβλεπτο τρόπο στις κάλπες, αυξάνοντας τις πιθανότητες για δεύτερο γύρο εκλογών.
Στα δεξιά της ΝΔ, η δυσφορία δεν συγκεντρώνεται σε έναν ενιαίο φορέα. Κατανέμεται στην Ελληνική Λύση, τη Φωνή Λογικής, τη Νίκη-που πάντως βρίσκεται σε πτώση- και άλλους μικρότερους σχηματισμούς. Όλοι ανταγωνίζονται για ένα κοινό στο οποίο συνυπάρχουν συντηρητικές θέσεις, εθνικά ζητήματα, μεταναστευτικό, αντικυβερνητική ψήφος και ευρύτερη δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα.
Στον ίδιο χώρο πρέπει να συνυπολογιστεί και το κυοφορούμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, το οποίο, εφόσον ιδρυθεί και συμμετάσχει στις εκλογές, θα μπορούσε να διεκδικήσει ψηφοφόρους της ΝΔ, αλλά και πολίτες που σήμερα επιλέγουν κόμματα στα δεξιά της.
Πρόσθετη εξέλιξη αποτελεί η ανάδειξη της «Συμμαχίας Ελλήνων», στην οποία παρέπεμψε δημόσια ο Ηλίας Κασιδιάρης. Στη μέτρηση της Metron η Συμμαχία Ελλήνων καταγράφεται στο 3,5% στην εκτίμηση ψήφου. Στην GPO βρίσκεται στο 2,8%. Εδώ οι όποιες επιδόσεις είναι συνάρτηση του αν θα είναι ή όχι υποψήφιος στις εκλογές.
Στην άλλη όχθη, η δυσαρέσκεια απέναντι στη ΝΔ επίσης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ενιαία κυβερνητική εναλλακτική. Η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία στον ευρύτερο χώρο, με διαφορετικές ηγεσίες, πολιτικές διαδρομές και όρια συνεργασίας. Η επιδίωξη αυτή δυσκολεύει από δύο παράγοντες: πρώτον, η μεταξύ τους σύγκρουση κλιμακώνεται και, δεύτερον, η όλη συζήτηση μετατοπίζεται στο ποιος θα είναι δεύτερος στις εκλογές.
Την ίδια ώρα, μια συνάντηση του εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ Κώστα Τσουκαλά με τον εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖA Δημήτρη Μελίδη πυροδότησε σενάρια ενδεχόμενης συνεργασίας, που πάντως διέψευσε η Χαριλάου Τρικούπη.
Η σημερινή εικόνα δεν είναι αναγκαστικά και η εικόνα της κάλπης. Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε παράγοντες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη ροή των πραγμάτων.
Πρώτον, η μετατροπή της διαμαρτυρίας σε κυβερνητικό δίλημμα. Όσο οι εκλογές είναι μακριά, ένας ψηφοφόρος μπορεί να δηλώνει προτίμηση σε ένα μικρότερο κόμμα για να εκφράσει δυσαρέσκεια. Όταν πλησιάσει η ώρα της απόφασης, μπορεί να αναρωτηθεί ποιος θα κυβερνήσει. Αυτό ενδέχεται να ενισχύσει τα μεγαλύτερα κόμματα.
Δεύτερον, η αξιοπιστία μιας συγκεκριμένης πρότασης διακυβέρνησης. Η αντιπολίτευση δεν αρκεί να περιγράφει τα προβλήματα ή να προσθέτει τα ποσοστά της. Για να μετατραπεί η διάχυτη δυσαρέσκεια σε κυβερνητική πλειοψηφία χρειάζεται σαφής απάντηση σε τρία ερωτήματα: ποιος κυβερνά, με ποιους συνεργάζεται.
Τρίτον, οι προεκλογικές συγκλίσεις ή η αποσαφήνιση των μετεκλογικών συνεργασιών. Δεν προϋποθέτουν κατ’ ανάγκην ενιαίο ψηφοδέλτιο. Θα μπορούσαν να πάρουν τη μορφή δημόσιων δεσμεύσεων για βασικές πολιτικές, διαδικασίες και όρους συνεργασίας. Αντίθετα, οι αμοιβαίοι αποκλεισμοί χωρίς ορατή εναλλακτική ενισχύουν την προσδοκία δεύτερης κάλπης.
Τέταρτον, η πορεία της οικονομίας και οι ασύμμετρες γεωπολιτικές απειλές. Μια νέα πίεση στην ενέργεια ή στη στέγη, μια κρίση στα εθνικά θέματα ή μια σοβαρή υπόθεση που θα πλήξει την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση θα μπορούσαν να επιταχύνουν μετακινήσεις.
Πέμπτον, η συμμετοχή. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν διαθέσεις σε συγκεκριμένη στιγμή. Το ποιοι θα φτάσουν τελικά στην κάλπη —ιδίως νέοι, απογοητευμένοι πολίτες και αναποφάσιστοι— μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς. Η αποχή δεν είναι ενιαίο κόμμα ούτε ανήκει αυτομάτως σε κάποια παράταξη.
