Σε δομικό χαρακτηριστικό εξελίσσεται το εξαγωγικό προφίλ του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος, όπως δείχνει η «επίδοση» του πρώτου διμήνου του έτους. Απόδειξη το γεγονός ότι, με βάση τα προκαταρκτικά στοιχεία, στο διάστημα Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2026 οι «καθαρές» εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας ήταν στις 2,3 Τεραβατώρες.
Συγκριτικά, ολόκληρο το 2026 η αντίστοιχη «επίδοση» ήταν 2,6 Τεραβατώρες (ως προς το ισοζύγιο των εμπορικών προγραμμάτων). Κάτι που σημαίνει πως οι εκροές μόνο για το πρώτο δίμηνο φέτος έχουν ήδη φτάσει σχεδόν στα επίπεδα του 2026.
Από τις 2,3 Τεραβατώρες, οι 1,25 TWh αφορούν τον πρώτο μήνα του έτους. Επιπλέον 1,05 TWh ήταν οι «καθαρές» εξαγωγές τον επόμενο μήνα, με βάση το εργαλείο της ΡΑΑΕΥ το οποίο βασίζεται στα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ για τον Ημερήσιο ενεργειακό Προγραμματισμό.
Αν και είναι νωρίς για να προδικαστεί η εξέλιξη το υπόλοιπο 2026, με την επίδοση του 1ου διμήνου, το 2026 θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για κατάρριψη του ρεκόρ του περσινού έτους σε «καθαρές» εξαγωγές. Ρεκόρ το οποίο ήρθε μόλις ένα χρόνο αφότου έπειτα από 10ετίες το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα έπαψε να είναι εισαγωγικό, καταγράφοντας το 2024 οριακά εξαγωγικό «καθαρό» ισοζύγιο.
Μείωση της ελληνικής χονδρεμπορικής
Όπως είναι φυσικό, η παραπάνω εικόνα έρχεται στον αντίποδα των προηγούμενων ετών, όπου η χώρα μας χρειαζόταν να εισάγει σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, για να ικανοποιηθεί η εγχώρια κατανάλωση. Η πιο ακραία περίπτωση ήταν το 2019, όταν με τις εισαγωγές καλύφθηκε περίπου το 18% της εγχώριας ζήτησης.
Ένα προφανές θετικό από την αντιστροφή της τάσης είναι η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου. Σύμφωνα με σχετική ανάρτηση του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκου Τσάφου, για την περσινή «επίδοση», η επιβάρυνση από τις εισροές ρεύματος το 2023 ήταν 575 εκατ. ευρώ. Εξίσου σημαντικό είναι όμως ότι, καθώς η ηλεκτρική ενέργεια ρέει από τη φθηνότερη στην ακριβότερη αγορά, το εξαγωγικό «πρόσημο» καταδεικνύει το γεγονός ότι η Ελλάδα γίνεται ολοένα πιο ανταγωνιστική τα τελευταία χρόνια, έναντι των γειτόνων της.
Επομένως, πίσω από τις «καθαρές» εξαγωγές του Φεβρουαρίου, κρύβεται μία ανάλογη εικόνα. Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική αγορά «έκλεισε» τον προηγούμενο μήνα στα 78,35 ευρώ ανά MWh, σε μεγαλύτερα επίπεδα μόνο από την Αλβανία (58,87 ευρώ ανά MWh) και τη Βόρεια Μακεδονία (70,76 ευρώ ανά MWh) και σε μικρότερα από τη Βουλγαρία (99,57 ευρώ ανά MWh), τη Ρουμανία (99,77 ευρώ ανά MWh) ή την Κροατία (107,49 ευρώ ανά MWh).
Αλλαγές στο μίγμα
Όσον αφορά τον Φεβρουάριο, σημαντικό ρόλο στις εξαγωγές έπαιξαν οι ισχυρές βροχοπτώσεις, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να χρειαστεί σε αρκετές περιπτώσεις να λειτουργήσουν υποχρεωτικά οι υδροηλεκτρικές μονάδες, ώστε να αποφευχθεί η υπερχείλιση των ταμιευτήρων. Καθώς όμως το ελληνικό σύστημα είναι «καθαρά» εξαγωγικό αδιάλειπτα το τελευταίο 10μηνο, το εξαγωγικό «πρόσημο» ξεπερνά την όποια καιρική συγκυρία.
Αντίθετα, θα πρέπει να αποδοθεί σε αλλαγές στο μίγμα, οι οποίες αφορούν κατά κύριο λόγο τη συνεχή ενίσχυση της διείσδυσης ΑΠΕ, όπως και το επαρκές θερμοηλεκτρικό δυναμικό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που είναι εγκατεστημένο στη χώρα μας – και το οποίο αποτελείται κατά κύριο λόγο από σύγχρονες και αποδοτικές μονάδες αερίου. Αντίθετα σε χώρες όπως η Βόρεια Μακεδονία και η Βουλγαρία -δύο κατεξοχήν «προορισμούς» για τις ελληνικές εξαγωγές- η ισχύ των συμβατικών μονάδων έχει περιοριστεί, καθώς αυτή βασίζεται σε παλιές λιγνιτικές μονάδες.
Οι εξαγωγές επίσης είναι και η βασική αιτία που η ελληνική χονδρεμπορική τον Φεβρουάριο δεν κατέγραψε ακραία αρνητικές τιμές, με τις μικρότερες να κινούνται στα -25 ευρώ ανά Μεγαβατώρα και να καταγράφονται την Καθαρά Δευτέρα. Επομένως, υπήρξαν περιπτώσεις όπου για τον ίδιο λόγο η πτώση ήταν συγκρατημένη, ελαφρώς πάνω από το μηδέν, με συνέπεια τα έργα με ταρίφα να μην χάσουν το εγγυημένο έσοδό τους.
Ο μοναδικός αρνητικός αστερίσκος είναι πως μέρος των εξαγωγών αξιοποιήθηκε από μπαταρίες στη Βουλγαρία, ώστε να αποθηκεύσουν ηλεκτρική ενέργεια και να την εγχύσουν εκ νέου όταν οι χονδρεμπορικές τιμές κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα. Κάτι που με απλά λόγια σημαίνει πως, επειδή στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη μονάδες αποθήκευσης, «φθηνό ελληνικό ρεύμα» (που επιδοτείται μάλιστα από τον εγχώριο καταναλωτή) αξιοποιείται για να «κουρέψει» το κόστος στη γειτονική χώρα.