Γιάννης Στουρνάρας: Σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την ευρωζώνη

Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί 2,1% το 2025 και το 2026, υπερβαίνοντας τον μέσο ρυθμό της ευρωζώνης

Γιάννης Στουρνάρας, διοικητής ΤτΕ © EUROKINISSI/Γ.Τ ΥΠ.ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Γιάννης Στουρνάρας

Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος

Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2025 αλλά και το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί σε 2,1%, υπερβαίνοντας τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, παραμένοντας, έτσι, σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την ευρωζώνη. Βασικότερη συνιστώσα της μεγέθυνσης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά.

Η ιδιωτική κατανάλωση το 2026 αναμένεται ότι θα αυξηθεί με ρυθμό περίπου στο 2,0%, υποστηριζόμενη από την ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς προβλέπεται ότι η απασχόληση θα συνεχίσει να ανακάμπτει, οι μισθοί θα αυξάνονται και ο πληθωρισμός θα υποχωρεί σταδιακά.

Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν και το 2026 με υψηλό ρυθμό πάνω από 8,5%, ενώ με το πέρας της περιόδου εφαρμογής του NGEU το 2026, ο ρυθμός αύξησής τους εκτιμάται ότι θα μετριαστεί. Εντούτοις, αναμένεται ότι η υλοποίηση των επενδύσεων και οι διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συνδέονται με την περίοδο υλοποίησης του NGEU θα έχουν δευτερογενείς επιδράσεις, επηρεάζοντας την οικονομική ανάπτυξη και μετά το 2026. Άλλωστε μετά το 2026 αναμένεται να ολοκληρωθεί η εκταμίευση των δανείων από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), καθώς οι ενδιάμεσοι φορείς υλοποίησης, ιδίως οι εμπορικές τράπεζες, θα συνεχίσουν να εκταμιεύουν δόσεις δανείων προς τους τελικούς δικαιούχους και τα επόμενα χρόνια. Από το RRF η Ελλάδα έχει ήδη λάβει το 65% των διαθέσιμων πόρων, έχοντας ολοκληρώσει περίπου το 50% των συμφωνημένων οροσήμων, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η επίδοση αυτή, για τα ελληνικά δεδομένα, αποτελεί πραγματική μεταστροφή σελίδας.

Ειδικότερα, στο σκέλος των επιχορηγήσεων, μέχρι τα μέσα του 2025 είχαν ήδη διοχετευθεί στους τελικούς δικαιούχους 6,6 δισ. ευρώ (περίπου το 2/3 των τότε εισπράξεων), ενώ μέχρι το τέλος Νοεμβρίου είχαν μεταφερθεί επιπλέον 4,8 δισ. ευρώ προς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Στο δανειακό σκέλος, η Ελλάδα έχει αξιοποιήσει το εργαλείο με τρόπο που λίγες άλλες χώρες μπόρεσαν, καθώς τα δάνεια του RRF έχουν κινητοποιήσει σημαντικά ιδιωτικά κεφάλαια, ιδιαίτερα σε εξωστρεφείς και καινοτόμους κλάδους. Μέχρι και το Νοέμβριο του 2025 είχαν συμβασιοποιηθεί έργα ύψους 7,8 δισ. ευρώ – περίπου τα 2/3 των εισπραχθέντων δανείων – στηρίζοντας πάνω από 500 επενδυτικά σχέδια. Ήδη 4,8 δισ. έχουν εκταμιευθεί προς τις επιχειρήσεις, ενώ η διαδικασία εκταμίευσης θα συνεχιστεί μέχρι το 2029. Ο τελικός στόχος των 16,7 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2026 παραμένει φιλόδοξος, αλλά η μέχρι τώρα πορεία δείχνει ότι έχει τεθεί ένα ισχυρό θεμέλιο.

Το RRF συνέβαλε ουσιαστικά ώστε η Ελλάδα να βρεθεί την περίοδο 2019-24 ανάμεσα στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρώπης. Συνολικά, οι επενδύσεις στην Ελλάδα την περίοδο 2019-24 αυξήθηκαν σωρευτικά πολύ περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και έχουν ήδη καλύψει σημαντικό μέρος του επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία. Εξίσου ισχυρή είναι και η επίδοση στις άμεσες ξένες επενδύσεις: το μερίδιο των ΑΞΕ στο ΑΕΠ τα τελευταία πέντε χρόνια είναι τριπλάσιο σε σχέση με την προηγούμενη 15ετία.

Τέλος, οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται με ρυθμό κοντά στο 3,0% και το 2026, συμβαδίζοντας με την ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και την αναμενόμενη βελτίωση της εξωτερικής ζήτησης. Ωστόσο, η συμβολή του εξωτερικού τομέα συνολικά στο ΑΕΠ θα είναι ελαφρώς αρνητική, εξαιτίας της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, που θα προκαλέσει υψηλούς ρυθμούς αύξησης των εισαγωγών, αλλά και του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της εγχώριας κατανάλωσης.