Λιανεμπόριο τροφίμων: Στρατηγικός ρόλος στην οικονομία και την κοινωνία

Το οργανωμένο λιανεμπόριο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας, προσφέροντας περισσότερες από 120 χιλιάδες θέσεις εργασίας

Απόστολος Πεταλάς Γενικός Διευθυντής Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας ©ΑΠΕ ΜΠΕ
Απόστολος Πεταλάς

Γενικός Διευθυντής Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας

Το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων έχει ξεπεράσει, εδώ και καιρό, τον ρόλο του απλού σημείου πώλησης. Σήμερα, αποτελεί ένα σύνθετο οικονομικό οικοσύστημα και, κυρίως, έναν αξιόπιστο «καθρέφτη» της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, που καταγράφει και αντανακλά τις αλλαγές στη διάθεση και τη δύναμη του νοικοκυριού. Η λειτουργία των σούπερ μάρκετ δεν είναι απλώς εμπορική δραστηριότητα αλλά απαραίτητος κρίκος της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και της κοινωνίας.

Σε επίπεδο οικονομίας, ο κλάδος συνιστά έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες ανάπτυξης στην Ελλάδα. Με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών να ξεπερνάει τα 17 δισ. ευρώ, η συνεισφορά του στο ΑΕΠ της χώρας είναι καθοριστική.

Η επιβεβαίωση του στρατηγικού του ρόλου ενισχύεται δε και από τις υψηλές συνεισφορές εσόδων του Δημοσίου, οι οποίες εκτιμώνται μόνο σε Φ.Π.Α. σε πάνω από 2,6 δισ. ευρώ για το 2025, όπως επίσης και από δημόσια έσοδα προερχόμενα από έμμεσους φόρους κατανάλωσης και εργοδοτικές εισφορές.

Παράλληλα, το οργανωμένο λιανεμπόριο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας, προσφέροντας περισσότερες από 120 χιλιάδες θέσεις εργασίας , διασφαλίζοντας εισόδημα σε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η εικόνα του κλάδου το 2025 αποτυπώνει μια ουσιαστική μεταβολή προς μια πιο συμπεριληπτική και αποκεντρωμένη αγορά εργασίας. Η συμμετοχή των γυναικών στο ανθρώπινο δυναμικό του τομέα αγγίζει πλέον το 64%, ενώ η αξιοποίηση εργαζομένων άνω των 50 ετών, οι οποίοι υπερβαίνουν το 34%, υπογραμμίζει τη δέσμευση του κλάδου στην εμπειρία και τη σταθερότητα. Επιπλέον, το γεγονός ότι σχεδόν το 40% του προσωπικού προέρχεται από την περιφέρεια, εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων Αττικής και Θεσσαλονίκης, αποδεικνύει ότι το λιανεμπόριο λειτουργεί ως μοχλός περιφερειακής ανάπτυξης.

Σε ό,τι αφορά τη μισθολογική πολιτική, έχει εισέλθει σε μια νέα, δυναμική φάση, καθώς οι αυξήσεις των μισθών ευθυγραμμίζονται πλήρως και καταγράφονται στις μέσες εθνικές τιμές, γεγονός υπογραμμίζει τη δέσμευση των επιχειρήσεων του κλάδου να προσφέρουν ανταγωνιστικές και αξιοπρεπείς αμοιβές (μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης 2025 σε ευρώ: 1.341), συμβάλλοντας ενεργά στη βελτίωση του εισοδήματος των εργαζομένων και στη στήριξη των εθνικών μισθολογικών τάσεων.

Την τελευταία δεκαετία, οι επενδύσεις στον κλάδο ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για κεφάλαια που δεν περιορίζονται στη βελτίωση των υποδομών, αλλά λειτουργούν ως μοχλός ανάπτυξης για την αγορά και την εθνική οικονομία. Η κατανομή τους δείχνει ακόμα έμφαση στα πάγια στοιχεία (κτήρια και οικόπεδα, περί το 55%), έναντι της τεχνολογίας και του εξοπλισμού (43%).

Ωστόσο, το μέλλον του οργανωμένου λιανεμπορίου συνδέεται άρρηκτα με τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η ουσιαστική αναδιάταξη των κεφαλαίων προς την τεχνολογία, την αυτοματοποίηση των logistics και τις λύσεις τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά η απαραίτητη συνθήκη για να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα, η παροχή μιας ενιαίας (omnichannel) εμπειρίας και η αποτελεσματική λειτουργία του ηλεκτρονικού εμπορίου στο απαιτητικό περιβάλλον της επόμενης δεκαετίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να αναφερθεί ότι, η χώρα μας επιδεικνύει σημαντική ανθεκτικότητα στον τομέα των τιμών τροφίμων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με καταγεγραμμένο τον δεύτερο χαμηλότερο πληθωρισμό τροφίμων στην Ε.Ε. (1,4%, Σεπτέμβριος 2025), το οργανωμένο λιανεμπόριο αποδεικνύει την ικανότητά του να συγκρατεί αποτελεσματικά τις τιμές, λειτουργώντας ως ρυθμιστής υπέρ του καταναλωτή.

Παρόλα αυτά, η μεγάλη πρόκληση έγκειται στο εξαιρετικά χαμηλό καθαρό περιθώριο κέρδους, το οποίο διαμορφώνεται κατά μέσο όρο μόλις στο 1,24% την τελευταία δεκαπενταετία. Αυτή η παράμετρος, παρά τον υψηλό όγκο πωλήσεων και τις σημαντικές επενδύσεις, επιβεβαιώνει ότι οι αλυσίδες λειτουργούν σε ένα περιβάλλον οξύτατου ανταγωνισμού και περιορισμένων περιθωρίων.

Καταλήγοντας, το μέλλον του κλάδου δε θα κριθεί από την προσαρμογή στις συνθήκες, αλλά από την ικανότητα να τις “διαμορφώσει”. Επενδύσεις, ψηφιακός μετασχηματισμός και κοινωνική ευθύνη είναι οι προϋποθέσεις για να μετατραπούν οι προκλήσεις σε ευκαιρίες.