Παναγιώτης Καπόπουλος: Γεωοικονομική, επενδύσεις και ψηφιακή οικονομία

Η ελληνική οικονομία ισχυροποιείται, αλλά απαιτούνται επενδύσεις, ψηφιακός μετασχηματισμός και καινοτομία για διατηρήσιμη σύγκλιση με Ευρώπη

Παναγιώτης Καπόπουλος, Chief Economist της Alpha Bank © linkedin.com/in/dr-panayotis-kapopoulos
Παναγιώτης Καπόπουλος

Ο Παναγιώτης Καπόπουλος είναι Chief Economist της Alpha Bank

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο νέο έτος με ισχυρότερη δυναμική οικονομικής μεγέθυνσης συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη ενώ παράλληλα επωφελείται από ορισμένες τάσεις στη διεθνή οικονομία. Πρώτον, οι τεκτονικές αλλαγές στις διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες τα τελευταία έτη έχουν αναβαθμίσει σημαντικά το γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό ρόλο της Ελλάδας σε μία περίοδο που η Ευρώπη προσπαθεί να αποδεσμευτεί από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Η στροφή προς τις θαλάσσιες μεταφορές για τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου και η ύπαρξη σημαντικών υποδομών αποθήκευσής του, συνιστούν κρίσιμης σημασίας πλεονεκτήματα που καθιστούν τη χώρα ενεργειακό κόμβο τροφοδοσίας της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Δεύτερον, η συνέχιση της ανοδικής πορείας του παγκόσμιου τουρισμού αποδίδει ένα σημαντικό μέρισμα καθώς η χώρα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα με αποτέλεσμα το ποσοστό κάλυψης του εμπορικού ελλείμματος της χώρας από τις ταξιδιωτικές εισπράξεις να υπερβαίνει το 60%.

Επίσης, τα δημόσια οικονομικά, που αντιμετώπιζαν ιστορικές παθογένειες στο παρελθόν οι οποίες οδήγησαν στη κρίση χρέους της Ελληνικής δημοκρατίας αποτελούν πλέον ισχυρό πλεονέκτημα.. Το πρωτογενές πλεόνασμα, εξαιρουμένων των τόκων και των πληρωμών χρέους, αυξήθηκε στο 4,7% του ΑΕΠ το 2024 την ίδια ώρα που Ευρωζώνη εν συνόλω παραμένει ελλειμματική. Αυτό οφείλεται κυρίως στα φορολογικά έσοδα που υπερβαίνουν τις προσδοκίες, ως αποτέλεσμα των προσπαθειών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, καθώς και της υψηλής κατανάλωσης. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια, εξέλιξη που αντανακλάται στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και στις αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης.

Οι προκλήσεις για το νέο έτος δεν είναι λίγες. Η πιο σημαντική αφορά στην κάλυψη του επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε από το 2011 έως το 2021. Οι συνθήκες για να επιστρέψουμε σε υψηλά ποσοστά επενδύσεων στο ΑΕΠ είναι πλέον ευνοϊκές. Η δημοσιονομική σταθερότητα και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας έχουν ενισχύσει την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού. Παράλληλα, οι δαπάνες του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων για το 2026 είναι οι υψηλότερες από το 2015 τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ η διοχέτευσή τους στην οικονομία προσδοκάται ότι θα ενισχύσει ιδιαίτερα τις πιο παραγωγικές επενδύσεις. Τέλος, οι άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) για τη δημιουργία νέων λειτουργικών εγκαταστάσεων (greenfield investment) βρίσκονται σε διαρκή ανοδική πορεία την τελευταία εξαετία.

Οι επενδύσεις αποτελούν παράλληλα και την πύλη εισόδου της ελληνικής οικονομίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών. Το ποσοστό, ωστόσο, των ελληνικών επιχειρήσεων που χρησιμοποιεί προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες είναι σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το ποσοστό εκείνων που κάνει χρήση εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ακόμη πιο μικρό. Τούτο οφείλεται συχνά στην έλλειψη τεχνογνωσίας και πόρων γενικότερα αλλά και στην αδύναμη εταιρική διακυβέρνηση που οδηγεί σε μειωμένη διάθεση για αλλαγή και έλλειψη κουλτούρας έρευνας και ανάπτυξης.

Το στοίχημα για τη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με την Ευρώπη σε αυτό το πεδίο είναι η ταχεία και αποτελεσματική υλοποίηση των δράσεων που περιλαμβάνονται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και αποσκοπούν στον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων, αλλά και η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού σε ψηφιακές δεξιότητες. Τέλος, απαιτείται η ενίσχυση των κινήτρων για Έρευνα και Ανάπτυξη και η ενίσχυση των συνεργασιών δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για τεχνολογική ωρίμανση.