Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, κάθε σοβαρή βιομηχανική μονάδα στη Δύση είχε τις αποθήκες της γεμάτες με ό,τι χρειαζόταν για να παράξει προϊόν. Η δέσμευση κεφαλαίου και χώρου, το πρόσθετο εργατικό κόστος, η συντήρηση και όλες οι έγνοιες που δημιουργεί το απόθεμα, ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με την πρώτη προτεραιότητα στη μεταποίηση: να μη σταματήσει η γραμμή παραγωγής.
Τη φιλοσοφία αυτήν την άλλαξε η Toyota, διαδίδοντας την πλέον βελτιστοποιημένη εκδοχή του Toyota Production System, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50 κι έγινε διεθνώς γνωστό τη δεκαετία του ’90 ως Just in Time (JIT). Σε απλά λόγια, το JIT είναι η οργανωτική αρχή σύμφωνα με την οποία τίποτα δε μεταφέρεται και δεν αποθηκεύεται πριν να υπάρξει πραγματική ανάγκη. Τα υλικά φτάνουν «την τελευταία στιγμή» (ελάχιστο χρόνο πριν εισαχθούν στη γραμμή παραγωγής), μειώνοντας την ανάγκη για απόθεμα και όλα τα κόστη που σχετίζονται με τη δημιουργία και τη συντήρησή του.
Η αλλαγή που έφερε το JIT όταν καθιερώθηκε διεθνώς, πέρα από οικονομική, λογιστική ή διαχειριστική, ήταν και ψυχολογική. Όταν οι αποθήκες άδειασαν και τα φορτηγά άρχισαν να φτάνουν σχεδόν συγχρονισμένα με τη γραμμή παραγωγής, το μεγαλύτερο σοκ ήταν ότι, για πρώτη φορά, το σύστημα άρχισε να βασίζεται στη ροή, όχι στο στοκ. Η παραγωγική ετοιμότητα μετακινήθηκε από τις στοίβες στο ρυθμό. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτή η λογική ήταν τόσο δελεαστική: λιγότερο βάρος, λιγότερη δέσμευση πόρων, μεγαλύτερη ευελιξία, μεγαλύτερη ρευστότητα. Η υπόσχεση πως «ό,τι χρειαστεί θα έρθει στην ώρα του» ήταν τρομερά δελεαστική -και λειτουργούσε.
Ακριβώς το ίδιο μοτίβο, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, επανεμφανίζεται σήμερα λόγω της σχέσης ανθρώπου και Τεχνητής Νοημοσύνης, όμως αυτή τη φορά σε προσωπικό επίπεδο: από το εσωτερικό απόθεμα γνώσης στην Just in Time γνώση (πληροφορία, για την ακρίβεια).
Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν επαγγελματία. Η αξία του σήμερα δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας χρήσης ενός εργαλείου, αλλά εκμετάλλευσης των γνώσεων που έχει συσσωρεύσει. Οι διδαχές από τα πρώτα παιδικά χρόνια, το σχολείο, η εκπαίδευση (επαγγελματική ή/και επιστημονική), οι τεχνικές λεπτομέρειες, η εμπειρία από προηγούμενες περιπτώσεις, η μελέτη αρθρογραφίας και τεχνικών εγχειριδίων (ανάλογα με τη φύση της δουλειάς) και πλήθος άλλων γνώσεων που «στοκάρονται» και βελτιώνονται με τα χρόνια, συνδιαμορφώνουν το σύνολο των πνευματικών εφοδίων που τον καθιστούν ικανό να φέρει σε πέρας μια ορισμένη εργασία. Πρόκειται για το ατομικό γνωσιακό απόθεμα, μοναδικό όσο ο καθένας και δυσαναπλήρωτο. Διότι, μπορείς να αντικαταστήσεις τον άνθρωπο που διαθέτει ορισμένη τεχνογνωσία, αλλά όχι την τεχνογνωσία καθαυτή: ο αντικαταστάτης θα έχει το δικό του γνωσιακό απόθεμα (ευρύτερο ή πιο περιορισμένο, βαθύτερο ή όχι), τις δικές του ιδέες, τις δικές του ικανότητες. Ποτέ το ίδιο με τον προηγούμενο.
Η είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης, κυρίως μέσα από τα πρωτοβάθμια μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (τα λεγόμενα chatbots) που είναι προσβάσιμα στο μέσο άνθρωπο (όπως ChatGPT, Gemini, xAI, Claude κ.α.) αρχίζει και αλλάζει αυτή τη συνθήκη, ότι δηλαδή η ικανότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το γνωσιακό απόθεμα -και την αλλάζει δραματικά σε ένταση και πολύ γρήγορα σε ρυθμό. Όχι τόσο επειδή δίνει απαντήσεις (και οι μηχανές αναζήτησης πριν την Τ.Ν. το έκαναν αυτό), αλλά επειδή τις δίνει σχεδόν αμέσως, πανεύκολα (χωρίς να απαιτεί γνώσεις χειρισμού) και με διαρκώς μικρότερα περιθώρια λάθους. Τόσο εύκολα και γρήγορα, ώστε η γνώση τείνει να μετατραπεί από απόθεμα σε ροή: αντί να έχεις όλα τα απαραίτητα δεδομένα μέσα στο κεφάλι σου, αρκεί πλέον να ξέρεις πώς θα γράψεις σωστά το prompt. Και όπως στο βιομηχανικό JIT, η υπόσχεση είναι πολύ ελκυστική: λιγότερο απόθεμα, άρα μικρότερη επένδυση σε χρόνο και κόπο για να το χτίσεις, και την ίδια στιγμή μεγαλύτερη ταχύτητα, καλύτερη εστίαση σε αυτό από το οποίο προσδοκάς κάποια αξία, περισσότερος ελεύθερος χρόνος.
Μόνο που το JIT, ως φιλοσοφία και πράξη, δεν είναι επιχειρησιακά ουδέτερο. Δουλεύει άψογα μόνο όταν η ροή είναι προβλέψιμη. Το 2011, μετά τον σεισμό και το τσουνάμι στην Ιαπωνία, αλυσίδες παραγωγής αυτοκινήτων σε όλον τον κόσμο πάγωσαν επειδή διέκοψε τη λειτουργία του το εργοστάσιο της Renesas στη Naka, που παρήγαγε σχεδόν το 40% των μικροελεγκτών της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας. Το επεισόδιο αυτό λειτούργησε ως προειδοποίηση για τον βαθμό συγκέντρωσης και ευθραυστότητας (fragility) που είχε δημιουργήσει το JIT, χωρίς όμως να οδηγήσει σε ουσιαστική αναθεώρηση. Δέκα χρόνια αργότερα, μια πυρκαγιά σε εγκαταστάσεις της ίδιας εταιρίας ήρθε να επιβεβαιώσει ότι το πρόβλημα δεν ήταν συγκυριακό: και πάλι εργοστάσια σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική καθηλώθηκαν για μήνες χωρίς στοκ, χωρίς εναλλακτική, χωρίς ικανότητα παραγωγής. Το σύστημα ήταν βελτιστοποιημένο πάνω στις αρχές του JIT μέχρι το τελευταίο chip, και γι’ αυτό ήταν εύθραυστο. Την ίδια χρονιά (2021), η διακοπή της ναυσιπλοΐας μέσω της Διώρυγας του Σουέζ αποκάλυψε το ίδιο δομικό πρόβλημα σε παγκόσμια κλίμακα, και σε όλες πλέον τις βιομηχανίες: όταν η ροή διακόπτεται και δεν υπάρχει πλεονάζουσα χωρητικότητα («στρατηγικό απόθεμα») η κατάρρευση είναι συστημική.
Διότι, το JIT αποτυγχάνει όταν η ροή γίνεται μη προβλέψιμη. Και η ζωή σπανίως είναι προβλέψιμη.
Κάτι ανάλογο μπορούμε να φανταστούμε σε ένα καθεστώς γνωσιακού JIT, προς το οποίο φαίνεται ότι βαδίζουμε ολοταχώς -ιδίως οι επόμενες γενιές. Ας φανταστούμε έναν επαγγελματία που δεν έχει εκπαιδευτεί να «αποθηκεύει» γνώση και να δομεί προσωπικά πλαίσια κατανόησης, επειδή «υπάρχει η ΤΝ» (σαν ένα παιδί που δε μαθαίνει πρόσθεση και αφαίρεση επειδή υπάρχει το κομπιουτεράκι). Τη στιγμή που το σύστημα δε θα είναι διαθέσιμο, ή καθυστερεί, ή κάνει λάθος ή, ακόμη χειρότερα, δίνει πειστικά αλλά εσφαλμένα αποτελέσματα, δε θα υπάρχει το επαρκές γνωσιακό απόθεμα που απαιτούν οι περιστάσεις. Όταν η εξάρτηση συγκεντρώνεται σε μία και μόνη γνωσιακή δίοδο, αυτό που αρχικά μοιάζει με πλεονέκτημα μετατρέπεται γρήγορα σε συστημικό κίνδυνο.
Και αυτό είναι το μικρότερο πρόβλημα -διότι πάντα μπορείς να αντικαταστήσεις έναν επαγγελματία με έναν άλλον (ενδεχομένως και με ένα ρομπότ). Το μείζον είναι ότι η διαθεσιμότητα και η ευκολία χρήσης της Τ.Ν. μέσα από τα LLMs κάνει την επένδυση στο χτίσιμο γνωσιακού αποθέματος να μοιάζει άσκοπη. Και φαίνεται τόσο περισσότερο αχρείαστη, όσο πιο μικρή είναι η ηλικία του ανθρώπου που πρέπει να επενδύσει χρόνο (αργότερα και χρήμα) για να το δημιουργήσει. Γιατί να μάθω χίλια πράγματα στο σχολείο, ενώ για ό,τι χρειαστώ μπορώ απλώς να ρωτήσω το κινητό μου και να μου το πει αμέσως; Η απάντηση φαντάζει προφανής για τους μεγαλύτερους: διότι το γνωσιακό απόθεμα διαμορφώνει την ικανότητα να λαμβάνεις όλες τις αποφάσεις στη ζωή σου. Όσο μικρότερο είναι το απόθεμα, τόσο ασθενέστερη είναι και δυνατότητά του ανθρώπου να λύνει προβλήματα -όλα τα προβλήματα που θα φέρει η ζωή.
Φυσικά, η ουσία δεν είναι να απορρίψουμε το γνωσιακό JIT, όπως δεν απορρίφθηκε και το βιομηχανικό. Ακόμη κι αυτό το άρθρο γράφτηκε με τη συνδρομή δυο LLMs. Πώς χρησιμοποιήθηκαν, όμως: Αφού συνδύασα κάτι που παρατήρησα στον εξωτερικό κόσμο (το πώς γράφει τις εργασίες του ένας συγκεκριμένος φοιτητής) με κάτι που είχα διδαχθεί το 1999 (JIT) και τρεις ειδήσεις που είχα διαβάσει το 2011 και το 2021 (αναστολές λειτουργίας της Renesas και κλείσιμο της διώρυγας του Σουέζ), ανέθεσα στο ένα LLM να αναπτύξει την κεντρική ιδέα σε κείμενο, και στο άλλο να αξιολογήσει το αποτέλεσμα (…και μετά αφιέρωσα περισσότερο χρόνο να διορθώνω το κείμενο από το αν το είχα γράψει εξ αρχής -αλλά αυτό είναι άλλο ωραίο θέμα συζήτησης). Χωρίς το γνωσιακό απόθεμα, η παρατήρηση στον εξωτερικό κόσμο (το πώς γράφει τις εργασίες του ο φοιτητής) πιθανότατα δε θα αποτελούσε αφορμή για τη σύλληψη της ιδέας, δε θα γινόταν ο παραλληλισμός με το JIT, και σε καμμιά περίπτωση δε θα υπήρχε η ικανότητα διόρθωσης του κειμένου.
Η αποδυνάμωση της εσωτερικής γνώσης μοιάζει «οικονομικότερη» και άρα εύλογη στρατηγική, στην πραγματικότητα όμως είναι απλώς βραχυπρόθεσμα πιο φθηνή (ουσιαστικά τεμπέλικη), πλην όμως μακροπρόθεσμα διαβρωτική τακτική, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό. Διότι, ανθεκτικό είναι το σύστημα που ξέρει τι δεν πρέπει να αφήσει ποτέ να μειωθεί κάτω από το κρίσιμο όριο. Και όπως στην παραγωγή, έτσι και στη γνώση, τα επαρκή αποθέματα είναι ασφάλεια. Οι άνθρωποι χωρίς εσωτερικό γνωσιακό απόθεμα, όσο καλό και να είναι το εργαλείο που χειρίζονται, δε γίνονται πιο έξυπνοι. Γίνονται απλώς πιο γρήγοροι, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο ικανοί στο να λαμβάνουν σωστές αποφάσεις. Κι αν αφήσουμε γενιές ανθρώπων να λειτουργούν χωρίς επαρκές γνωσιακό απόθεμα, θα έχουμε πετύχει κάτι ιστορικά μοναδικό: χαζούς χειριστές εξαιρετικά έξυπνων συστημάτων. Τι μπορεί να πάει λάθος…