Τα τελευταία χρόνια, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε την πιο συμπυκνωμένη απάντηση στο ερώτημα πώς μια χώρα που εξερχόταν από μια βαθιά οικονομική κρίση μπορούσε να ξανασταθεί στα πόδια της μετά την πανδημία. Σήμερα, καθώς το RRF βαίνει προς την ολοκλήρωσή του, το ερώτημα αυτό μετασχηματίζεται. Δεν μιλάμε πλέον για το πώς αξιοποιούμε το Ταμείο. Μιλάμε για το τι ακολουθεί όταν ολοκληρώσει τον κύκλο του.
Το 2026 είναι χρονιά υψηλών εκταμιεύσεων, με περίπου 7,2 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και πάνω από 6,9 δισ. ευρώ σε δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης. Οι πόροι αυτοί δεν πρόκειται να επαναληφθούν. Ωστόσο, το ερώτημα «μετά το RRF, τι;» δεν υποδηλώνει ανησυχία. Σηματοδοτεί μια μετάβαση από το έκτακτο στο μόνιμο, από τη διαχείριση κρίσεων στη διαμόρφωση λύσεων.
Έτσι, η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι το τέλος της ανάπτυξης, αλλά η αρχή της επόμενης φάσης. Η Ελλάδα περνά από την εποχή των έκτακτων εργαλείων στην εποχή της κανονικής, βιώσιμης και αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα που επιχειρούμε να κερδίσουμε.
Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν αποτέλεσε απλώς έναν μηχανισμό εισροής πόρων. Ήταν ένα τεστ κρατικής λειτουργίας και αποτελεσματικότητας: τεστ ταχύτητας, τεστ συντονισμού, τεστ διοικητικής επάρκειας. Η Ελλάδα κλήθηκε να αποδείξει ότι μπορεί να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να απορροφά με όρους που δεν αφήνουν περιθώριο επιστροφής σε παλιές παθογένειες. Αυτή η εμπειρία δεν κλείνει μαζί με το Ταμείο, γίνεται μόνιμη παρακαταθήκη.
Η απάντηση στο «μετά, τι;» δεν μπορεί να είναι ένα νέο ταμείο, ούτε μια νέα εξαίρεση. Είναι κατι πιο απαιτητικό: να μετατρέψουμε την εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης σε μόνιμο κεφάλαιο. Σε θεσμούς που λειτουργούν καλύτερα. Σε επενδύσεις που αποκτούν κλίμακα. Σε μια οικονομία πιο παραγωγική και πιο ανθεκτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσιονομική σύνεση δεν είναι συγκυριακή επιλογή αλλά μια κατάκτηση που πρέπει να διαφυλαχθεί.
Το κρίσιμο στοίχημα της επόμενης περιόδου είναι η κλίμακα. Η ανάπτυξη διασφαλίζεται, πρώτα απ’ όλα, μέσα από τη σταθερή αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, που είναι ο πιο αξιόπιστος δείκτης εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία. Επιπλέον, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ανέρχεται σε 16,7 δισ. ευρώ για το 2026, ποσό τριπλάσιο από το 2019. Ταυτόχρονα, το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία της χώρας, με συνολικό προϋπολογισμό 22,4 δισ. ευρώ, καλύπτοντας στρατηγικές προτεραιότητες όπως οι υποδομές, οι μεταφορές, η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων, η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε κρίσεις.
Παράλληλα, η χώρα εξασφαλίζει νέους ευρωπαϊκούς πόρους άνω των 8 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026–2032, μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, του Ταμείου Εκσυγχρονισμού και του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νήσων, στηρίζοντας την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Και, τέλος, οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων λειτουργούν υποστηρικτικά – όχι ως υποκατάστατο του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά ως γέφυρα προς την επόμενη ημέρα: καλύπτοντας χρηματοδοτικά κενά, επιταχύνοντας μετασχηματισμούς και στηρίζοντας έργα με πραγματικό αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Πέρα, όμως, από τα μεγέθη, υπάρχει και κάτι βαθύτερο: το «μεταρρυθμιστικό πλεόνασμα» που αφήνουν πίσω τους τα έργα που υλοποιούνται. Έργα που διαμορφώνουν μόνιμες προϋποθέσεις ανάπτυξης μέσα από τον εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης, την ψηφιοποίηση του κράτους και τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος. Αυτές είναι οι αλλαγές που δεν λήγουν με κανένα πρόγραμμα.
Συμπερασματικά, το «μετά το Ταμείο Ανάκαμψης» δεν είναι άσκηση σε άγνωστο έδαφος. Είναι η στιγμή που θα αποδείξουμε ότι μπορούμε να μεταφράζουμε τη στρατηγική σε υλοποίηση, τις αποφάσεις σε αποτελέσματα, την ανάπτυξη σε απτή βελτίωση της καθημερινότητας – γρήγορα, συστηματικά, χωρίς οπισθοδρομήσεις. Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση της επόμενης μέρας: η χώρα να προχωρά μπροστά.