Στουρνάρας: Μετάβαση σε ένα σύνθετο μείγμα χρηματοδοτικών πηγών

Άρθρο του Γιάννη Στουρνάρα στο Powergame.gr στο πλαίσιο του αφιερώματος «Η Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης»

Γιάννης Στουρνάρας © Eurokinissi / Φρόσω Κανελλίδου
Γιάννης Στουρνάρας

Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος

Η επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δεν συνεπάγεται έλλειψη πόρων, αλλά μια μετάβαση σε ένα διαφορετικό, περισσότερο σύνθετο μείγμα χρηματοδοτικών πηγών. Το RRF έπαιξε καθοριστικό ρόλο τα προηγούμενα χρόνια, κινητοποιώντας δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους και επιταχύνοντας κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Αυτά τα θεμέλια εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να αποδίδουν καρπούς και μετά το 2026. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα διαθέτει σημαντικά νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, τόσο ευρωπαϊκά όσο και εθνικά, που θα στηρίξουν τη συνέχεια των επενδύσεων σε καίριους τομείς.

Ένα βασικό στοιχείο της “επόμενης ημέρας” είναι το ότι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται σήμερα υπό το RRF, θα έχουν μόνιμο χαρακτήρα και διαρθρωτική επίδραση. Μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στην ψηφιοποίηση του κράτους, στο επενδυτικό περιβάλλον, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού, ενισχύουν την παραγωγικότητα και βελτιώνουν την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις. Παρότι ο αντίκτυπός τους δεν αποτυπώνεται ακόμη πλήρως στα στατιστικά, αυτές οι παρεμβάσεις αποτελούν τη βάση για μια διατηρήσιμη μεγέθυνση τα επόμενα χρόνια.

Σημαντικό μερίδιο της επενδυτικής δυναμικής θα συνεχίσει να προέρχεται από το δανειακό σκέλος του RRF, το οποίο έχει διαφορετικό χρονοδιάγραμμα από τις επιχορηγήσεις. Εκτιμάται ότι η υλοποίηση των επενδύσεων θα έχει δευτερογενείς επιδράσεις, επηρεάζοντας την οικονομική ανάπτυξη και μετά το 2026. Παρότι όλα τα δάνεια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναμένεται ότι θα έχουν συμβασιοποιηθεί έως το τέλος του 2026, το δανειακό σκέλος θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί την οικονομία, καθώς οι ενδιάμεσοι φορείς υλοποίησης, ιδίως οι εμπορικές τράπεζες, θα συνεχίσουν να εκταμιεύουν δόσεις δανείων προς τους τελικούς δικαιούχους έως και το 2029, χρηματοδοτώντας ιδιωτικά επενδυτικά σχέδια και κινητοποιώντας πρόσθετα κεφάλαια. Με τον τρόπο αυτό, η ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα θα διατηρηθεί μέσα από το μοντέλο χρηματοδότησης που ήδη λειτουργεί με επιτυχία.

Παράλληλα, το νέο πλαίσιο δημόσιων επενδύσεων διασφαλίζει ότι η Ελλάδα δεν θα βρεθεί χωρίς αναπτυξιακούς πόρους μετά το 2026. Το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχει αυξηθεί μόνιμα κατά €500 εκατ. το 2025, ενώ το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2026-29 προβλέπει σημαντικούς πόρους για δημόσιες επενδύσεις, οι οποίοι, μετά το 2026, σταθεροποιούνται σε επίπεδα περίπου €10-11 δις. ετησίως. Επιπλέον, η χώρα θα χρηματοδοτηθεί με περίπου €8 δισ. από τρία νέα ευρωπαϊκά ταμεία – το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων – τα οποία θα υλοποιούνται την περίοδο 2026-32 και θα στηρίξουν πράσινες, κοινωνικές και αναπτυξιακές δράσεις.

Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει και το επόμενο ΕΣΠΑ, δηλαδή το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–34, το οποίο σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενδέχεται να φτάσει τα €49,2 δισ., δηλαδή όσο περίπου και το τρέχον πρόγραμμα. Επομένως, οι προγραμματικές ανάγκες για μεγάλα έργα υποδομών, ψηφιακά δίκτυα, ενέργεια, μεταφορές και περιφερειακή ανάπτυξη θα καλύπτονται από ένα ισχυρό μείγμα κοινοτικών και εθνικών πόρων, εξασφαλίζοντας συνέχεια στην αναπτυξιακή προσπάθεια και μετά την ολοκλήρωση του RRF.