Η παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης και του cloud computing μετατρέπει τα data centers σε κρίσιμη υποδομή της ψηφιακής οικονομίας, με τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες που αναδιατάσσουν τις αγορές κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τη Moody’s Ratings, τουλάχιστον 3 τρισ. δολ. θα πρέπει να επενδυθούν έως το 2030 για την κατασκευή και τον εξοπλισμό νέων κέντρων δεδομένων, την προμήθεια servers και υπολογιστικών συστημάτων, αλλά και για την εξασφάλιση επαρκούς ενεργειακής ισχύος. Το μέγεθος αυτής της πρόκλησης καθιστά αναγκαία τη συμμετοχή όχι μόνο των τεχνολογικών κολοσσών, αλλά και τραπεζών, θεσμικών επενδυτών και εξειδικευμένων αγορών χρέους, σε μια περίοδο όπου αυξάνονται και οι ανησυχίες για υπερβολική μόχλευση.
Η Moody’s επισημαίνει πως τα κεφάλαια αυτά θα προέλθουν από πολλαπλά τμήματα των αγορών πιστώσεων, καθώς καμία μεμονωμένη πηγή χρηματοδότησης δεν επαρκεί για να καλύψει το εύρος των αναγκών. Τα ποσά ύψους 3 τρισ. δολ. θα διατεθούν σε ένα ευρύ φάσμα υποδομών: από servers και εξοπλισμό υπολογιστικής ισχύος, μέχρι κτιριακές εγκαταστάσεις data centers και νέες μονάδες παραγωγής ενέργειας. Όλα αυτά είναι απαραίτητα για να υποστηριχθεί η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των υπηρεσιών cloud, που αυξάνουν εκθετικά τις απαιτήσεις σε επεξεργαστική ισχύ.
Big Tech και hyperscalers στην πρώτη γραμμή για data center
Μεγάλο μέρος αυτών των κεφαλαίων θα προέλθει απευθείας από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με εκρηκτική ζήτηση τόσο για νέα data centers όσο και για την ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία τους. Σύμφωνα με τη Moody’s, έξι αμερικανικοί hyperscalers —Microsoft, Amazon, Alphabet, Oracle, Meta Platforms και CoreWeave— βρίσκονται σε τροχιά επενδύσεων ύψους 500 δισ. δολαρίων μόνο μέσα στο τρέχον έτος, καθώς η επέκταση της δυναμικότητας συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς.
Η επιθετική αυτή στρατηγική αντικατοπτρίζει την ανάγκη των εταιρειών να εξασφαλίσουν επαρκή υποδομή ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές σε έναν κλάδο όπου η υπολογιστική ισχύς αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα ισχύος και κερδοφορίας.
Data center και ο ρόλος τραπεζών και θεσμικών επενδυτών
Παρά τη δεσπόζουσα θέση των τεχνολογικών κολοσσών, οι τράπεζες αναμένεται να συνεχίσουν να διαδραματίζουν «κομβικό ρόλο» στη χρηματοδότηση των data centers, σύμφωνα με τη Moody’s. Ταυτόχρονα, άλλοι θεσμικοί επενδυτές —όπως ασφαλιστικά ταμεία και funds ιδιωτικού χρέους— θα εντείνουν τη συμμετοχή τους, συν-χρηματοδοτώντας έργα μαζί με τις τράπεζες, λόγω του τεράστιου όγκου κεφαλαίων που απαιτείται.
Η έκθεση προβλέπει επίσης ότι ολοένα και περισσότερα data centers στις ΗΠΑ θα στραφούν σε αγορές όπως τα asset-backed securities (ABS), τα commercial mortgage-backed securities (CMBS) και το private credit όταν έρθει η ώρα αναχρηματοδότησης του χρέους τους. Οι νέες χρηματοδοτήσεις αναμένεται να αυξηθούν τόσο σε μέγεθος όσο και σε συγκέντρωση, μετά τα επίπεδα-ρεκόρ εκδόσεων που καταγράφηκαν το 2025.
Η αγορά ABS και οι αυξανόμενοι όγκοι χρέους
Ειδικά στην αμερικανική αγορά ABS, εκδόθηκαν περίπου 15 δισ. δολάρια το 2025, με τη Moody’s να εκτιμά ότι ο όγκος θα αυξηθεί «σημαντικά» φέτος, εν μέρει λόγω δανείων που σχετίζονται με την κατασκευή data centers. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει πόσο βαθιά διεισδύει πλέον ο κλάδος στις αγορές δομημένης χρηματοδότησης.
Ωστόσο, τα τεράστια ποσά χρέους που απαιτούνται για τη στήριξη της επανάστασης της τεχνητής νοημοσύνης έχουν προκαλέσει και ανησυχίες ότι ενδέχεται να διαμορφώνεται μια νέα «φούσκα», η οποία θα μπορούσε να πλήξει επενδυτές σε μετοχές και πιστωτικά προϊόντα αν οι τεχνολογικές επιδόσεις δεν ανταποκριθούν στις πολύ υψηλές προσδοκίες.
Data Center: Ανάγκες που εκτείνονται σε βάθος δεκαετίας
Παρά τις ανησυχίες, η ζήτηση για νέες υποδομές data centers δεν δείχνει σημάδια επιβράδυνσης. Η Moody’s εκτιμά ότι ο παγκόσμιος αγώνας για την κατασκευή νέας δυναμικότητας βρίσκεται ακόμη στα «πρώιμα στάδιά του», με την ανάπτυξη να αναμένεται να συνεχιστεί διεθνώς τους επόμενους 12 έως 18 μήνες.
Όπως σημειώνει ο Τζον Μεδίνα, ανώτερος αντιπρόεδρος της Moody’s, η απαιτούμενη δυναμικότητα «θα χρειαστεί κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια», προσθέτοντας ότι ο ρυθμός υιοθέτησης είναι δύσκολο να προβλεφθεί, καθώς νέες τεχνολογίες αναδύονται συνεχώς. «Ένα ChatGPT που δεν υπήρχε πριν από τρία χρόνια, σήμερα καταναλώνει τεράστια υπολογιστική ισχύ», τονίζει, αποτυπώνοντας με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η παγκόσμια ψηφιακή υποδομή.