Προσπάθεια καταβάλλεται από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) να εκκινήσει η διαδικασία ανάθεσης των δικαιωμάτων επί συχνοτήτων της κινητής τηλεφωνίας που λήγουν το 2027. Πρόκειται για δικαιώματα που είχαν εκχωρηθεί στο τέλος του 2011 στις ζώνες συχνοτήτων των 900 και 1.800 MHz αντί 380 εκατ. ευρώ. Τα δικαιώματα αυτά είχαν 15ετή διάρκεια και λήγουν τον Σεπτέμβριο του 2027.
Η αγορά πιέζει ώστε η διαδικασία να ξεκινήσει άμεσα, παρά το γεγονός ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες λήγει η θητεία της ΕΕΤΤ. Και, παρ’ όλο που η διαδικασία διαδοχής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, πολλά μπορούν να πάνε στραβά, όπως π.χ. μια παρατεταμένη ακυβερνησία της ρυθμιστικής αρχής. Το αποτέλεσμα θα είναι να υπάρχει απουσία προβλεψιμότητας στο θέμα των δικαιωμάτων επί συχνοτήτων, κάτι που δεν επιθυμεί η αγορά.
Η διαβούλευση που θα έλθει -πιθανώς μέχρι τα μέσα του επόμενου μήνα- στόχο έχει να διερευνήσει την πιθανότητα νεοεισερχόμενου στην αγορά. Παράλληλα, θέλει να σταθμίσει τους όρους με τους οποίους θα ανανεωθούν/εκχωρηθούν τα δικαιώματα. Για παράδειγμα, η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα δίκτυα επικοινωνιών προβλέπει πλέον άδειες και δικαιώματα χρήσης συχνοτήτων αόριστης διάρκειας, κάτι που συνέβη πρόσφατα στο Ην. Βασίλειο, αλλά όχι στην ηπειρωτική Ευρώπη.
Ο κρίσιμος παράγοντας που θα σταθμιστεί στο επίπεδο αυτό είναι αν υπάρχει τέταρτος ενδιαφερόμενος παίκτης. Πολλοί θεωρούν ότι αυτός θα είναι η ΔΕΗ, με δεδομένο το ενδιαφέρον της για την αγορά των τηλεπικοινωνιών. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν επαληθεύτηκε πίσω στο 2020, όταν δόθηκαν οι άδειες κινητής τηλεφωνίας 5ης γενιάς (5G), και μάλιστα η κυβέρνηση είχε κρατήσει φάσμα για έναν πιθανό 4ο ενδιαφερόμενο.
Βεβαίως, οι εποχές μεταξύ 2020 και 2026 είναι διαφορετικές. Τότε η ΔΕΗ πάσχιζε να σταθεί στα πόδια της, ενώ σήμερα η κεφαλαιοποίησή της έχει υπερδιπλασιαστεί. Επιπλέον, διαθέτει 10 δισ. ευρώ για επενδύσεις, ενώ παραμένει διακηρυγμένος στόχος από τη διοίκησή της να καταστεί ένας μεγάλος powertech όμιλος. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν την πρόθεση της εταιρείας να γίνει ο 4ος παίκτης, αντί ν’ αγοράσει κάποιον από τους υφιστάμενους.
Έτσι, εφόσον δεν υπάρξει ενδιαφέρον από 4ο ενδιαφερόμενο, το επόμενο που θα εξετάσει η ΕΕΤΤ είναι αν υπάρχει κάποιος παίκτης που ενδιαφέρεται ν’ αποκτήσει περισσότερο από το υφιστάμενο φάσμα που έχει σήμερα στην κατοχή του. Στην περίπτωση, δηλαδή, που το άθροισμα της ζήτησης συχνοτήτων ξεπερνά το υφιστάμενο διατεθειμένο φάσμα, τότε μιλάμε για εκχώρηση φάσματος που θα γίνει κατόπιν δημοπρασίας των συχνοτήτων και όχι ανανέωση του δικαιώματος. Η λύση αυτή θα προκριθεί και στο ενδεχόμενο φυσικά που θα υπάρξει 4ος ενδιαφερόμενος παίκτης.
Σε άλλη περίπτωση, που οι ενδιαφερόμενοι παραμένουν ως έχουν και επιπλέον οι απαιτήσεις τους παραμένουν στο επίπεδο που βρίσκονται σήμερα, τότε θα υπάρξει απλή ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης συχνοτήτων. Αυτό θεωρείται και το πιο πιθανό σενάριο.
Τα νέα δικαιώματα θα έχουν διάρκεια τουλάχιστον 20 χρόνια. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η ΕΕΤΤ να εξετάσει και το ενδεχόμενο της αόριστης παραχώρησης των συχνοτήτων με καταβαλλόμενο τίμημα σε ετήσια βάση. Αυτό είναι κάτι που επιθυμούν οι εταιρείες, καθώς δεν θ’ αναγκασθούν να προβούν σε μια υπέρογκη εμπροσθοβαρή εκταμίευση, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Η λύση αυτή μπορεί να βολεύει και την κυβέρνηση, καθώς το ετήσιο έσοδο από τις συχνότητες θα περιέρχεται στον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η παραδοσιακή διαδικασία με το εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό θα οδηγήσει το έσοδο που θα προκύψει στο χρέος.
Σημειώνεται ότι τα νέα δικαιώματα θα έχουν μεγαλύτερη διάρκεια απ’ ό,τι πριν (15 χρόνια), καθώς πλέον τόσο η αγορά όσο και η Κομισιόν ζητούν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στα δικαιώματα για την ανάπτυξη των δικτύων. Τα 20 δε χρόνια που αναμένεται να προτείνει η ΕΕΤΤ είναι το κάτω όριο που συστήνει η Κομισιόν, με το άνω όριο να είναι στα 40 έτη.
Τέλος, και ίσως πιο κρίσιμο απ’ όλα στη διαβούλευση που αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα, είναι το τίμημα που θα ζητηθεί για τα δικαιώματα που λήγουν. Όλοι εκτιμούν ότι δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από τα 380 εκατ. ευρώ που δόθηκαν το 2011. Βεβαίως, άλλη αξία είχαν τα χρήματα εκείνα στην εποχή τους και άλλη σήμερα.
Ωστόσο, και η αγορά είναι διαφορετική, καθώς οι υπεραξίες στις τηλεπικοινωνίες είναι μειωμένες σε σχέση με το παρελθόν, ενώ οι πάροχοι «γκρινιάζουν» για τα βαριά επενδυτικά προγράμματά τους, από τα οποία πλουτίζουν άλλοι (Apple, Microsoft, Netflix κ.λπ.). Εξάλλου, η κυβέρνηση, όπως έδειξε με τη στάση της, στηρίζει συστηματικά τον τομέα αυτόν, αφαιρώντας επιβαρύνσεις του παρελθόντος και προσθέτοντας αναθέσεις έργων εκσυγχρονισμού της κρατικής μηχανής.